ΒΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣ

ΒΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣ

Η μηχανική συστολή της καρδιάς πραγματοποιείται μετά από ηλεκτρικά ερεθίσματα που παράγονται από ειδική περιοχή της καρδιάς, που καλείται φλεβόκομβος, και τα οποία μεταδίδονται με οργανωμένο τρόπο αρχικά στους κόλπους και ακολούθως στις κοιλίες. Η μεγάλη σημασία της καλής λειτουργίας του «ηλεκτρικού» συστήματος της καρδιάς λοιπόν είναι εύκολα αντιληπτή. Η δυσλειτουργία του μπορεί να προκαλεί συμπτώματα που κυμαίνονται από απλή ζάλη ή παροδική απώλεια αισθήσεων μέχρι αιφνίδιο θάνατο. Οι βηματοδότες είναι συσκευές που εμφυτεύονται με σκοπό να υποβοηθήσουν ή να υποκαταστήσουν πλήρως τη λειτουργία του ερεθισματαγωγού συστήματος της καρδιάς όταν αυτό πάσχει.

Το βηματοδοτικό σύστημα αποτελείται από την κεντρική μονάδα και τα καλώδια που καταλήγουν στο εσωτερικό των δεξιών καρδιακών κοιλοτήτων και στερεώνονται στο μυοκάρδιο. Η κεντρική μονάδα, καλείται γεννήτρια, έχει μέγεθος περίπου όσο ένα σπιρτόκουτο και βάρος 20-50 γραμμάρια, και φέρει την μπαταρία, τον ηλεκτρονικό εγκέφαλο και ειδικές θέσεις σύνδεσης για τα καλώδια, τα οποία ονομάζονται ηλεκτρόδια. Ανάλογα με την ανάγκη βηματοδότησης του ασθενούς τοποθετείται μόνο κοιλιακό ή κολπικό και κοιλιακό ηλεκτρόδιο. Τα ηλεκτρόδια καταγράφουν σε πραγματικό χρόνο ηλεκτρικά ερεθίσματα και ο εγκέφαλος της συσκευής αποφασίζει αν θα δώσει ερέθισμα ή αν θα ανασταλεί. Σκοπός αυτής της διαδικασίας είναι εφόσον το ηλεκτρικό σύστημα της καρδιάς λειτουργεί αυτόνομα να μην παρεμβαίνει ο βηματοδότης παρά μόνον αν αυτό είναι αναγκαίο.

Διαδικασία Εμφύτευσης Μόνιμου Βηματοδότη

Η εμφύτευση μόνιμου βηματοδότη πραγματοποιείται συνήθως υπό τοπική μόνον αναισθησία ή/και ήπια μέθη του ασθενούς στο αιμοδυναμικό ή το ηλεκτροφυσιολογικό εργαστήριο υπό αυστηρές συνθήκες αντισηψίας. Για την εμφύτευση διενεργείται μία μικρή τομή κάτω από την κλείδα – στους δεξιόχειρες προτιμάται η αριστερή πλευρά – και ακολούθως αναζητείται η φλεβική πρόσβαση. Για την αγγειακή πρόσβαση συνήθως γίνεται αποκάλυψη της κεφαλικής φλέβας, αν αυτό δεν είναι εφικτό τότε γίνεται παρακέντηση της υποκλειδίου φλέβας. Ο καρδιολόγος εισάγει ακολούθως τα ηλεκτρόδια και οριστικοποιεί τη θέση τους αφού κάνει ορισμένες μετρήσεις σχετικές με τη λειτουργία τους. Τέλος συνδέει τα ηλεκτρόδια στη γεννήτρια την οποία «κρύβει» κάτω από την επιφάνεια του δέρματος σε ειδική θήκη -μεταξύ δέρματος και θωρακικού μυ- που συνήθως έχει δημιουργήσει ακριβώς μετά την αρχική τομή. Η επέμβαση ολοκληρώνεται με τη σύγκλιση του δέρματος με ραφή ή ειδικά κλιπ.

Μετά το εξιτήριο

Ο ασθενής την επόμενη ημέρα εξέρχεται του νοσοκομείου και λαμβάνει οδηγίες για την πρώτη περίοδο μετά την εμφύτευση κατά την οποία θα πρέπει να έχει κάπως περιορισμένη κινητικότητα του άνω άκρου σύστοιχα με το οποίο έγινε η εμφύτευση. Επίσης χορηγείται η «ταυτότητα» του βηματοδότη η οποία περιλαμβάνει τα σημαντικότερα στοιχεία για αυτόν (μοντέλο, είδος και αριθμό καλωδίων, MRI συμβατότητα) και  την οποία καλό είναι να έχει πάντα μαζί του. Όσον αφορά τη χρόνια παρακολούθηση, ο ασθενής υποβάλλεται σε ετήσιο, συνήθως, έλεγχο της βηματοδοτικής συσκευής με ειδικό εξωτερικό μηχάνημα (interrogation). Η διαδικασία του interrogation μας δίνει πληροφορίες για την διάρκεια ζωής της μπαταρίας και των ιδιοτήτων των ηλεκτροδίων.

Κίνδυνοι

Όπως κάθε επεμβατική πράξη η εμφύτευση βηματοδότη συνοδεύεται από ορισμένους κινδύνους οι οποίοι όμως υπερνικούνται από τα προσδοκώμενα οφέλη. Οι κίνδυνοι αυτοί περιλαμβάνουν μηχανικές επιπλοκές κατά την εμφύτευση (περικαρδιακή συλλογή, πνευμοθώρακας, αιμοθώρακας), λοιμώξεις της θήκης ή και των καλωδίων. Οι κίνδυνοι αυτοί είναι λιγότερο συχνοί όταν επιλέγεται η κεφαλική φλέβα αντί της υποκλειδίου για την αγγειακή πρόσβαση και αυξάνονται όσο πιο εργώδης είναι η τοποθέτηση της συσκευής. Οι επιπλοκές αυτές εφόσον αναγνωριστούν έγκαιρα, συνήθως μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά. Μακροχρόνια ο σημαντικότερος εχθρός είναι οι λοιμώξεις, ακόμα και σε άλλα συστήματα του οργανισμού, οι οποίες θα πρέπει να αντιμετωπίζονται έγκαιρα και αποτελεσματικά.

Διάρκεια ζωής – MRI συμβατότητα

Όλο και περισσότερα μοντέλα βηματοδοτών είναι συμβατά με τη διενέργεια μαγνητικής τομογραφίας (MRI συμβατοί).Οι σύγχρονοι βηματοδότες έχουν διάρκεια ζωής περίπου 7-8 έτη. Όταν πλησιάζει η ολοκλήρωση του κύκλου ζωής του, ο θεράπων ιατρός συστήνει την αντικατάσταση της γεννήτριας. Η αντικατάσταση είναι απλούστερη διαδικασία από την εμφύτευση καθώς χρησιμοποιούνται τα ήδη εμφυτευμένα ηλεκτρόδια. Αν φέρετε βηματοδοτική συσκευή πρέπει να αποφεύγετε τα ισχυρά μαγνητικά πεδία (όπως π.χ. στον έλεγχο του αεροδρομίου) διότι είναι πιθανό να επηρεάσουν τη λειτουργία της (το φαινόμενο αυτό είναι περιορισμένο στα νεότερα μοντέλα).

Βηματοδότης χωρίς καλώδια (leadless)

Ο τύπος βηματοδότη χωρίς ηλεκτρόδια αποτελεί μία πραγματική επανάσταση. Οι συσκευές αυτές έχουν μήκος περίπου όση είναι η διάμετρος ενός μικρού κέρματος. Η διαδικασία εμφύτευσης είναι εξαιρετικά απλουστευμένη. Η ιδίως συσκευή εμφυτεύεται με ειδικούς χειρισμούς στο μυοκάρδιο της δεξιάς κοιλίας αφού προωθηθεί εκεί μετά από παρακέντηση της δεξιάς ή αριστερής μηριαίας φλέβας. 

Οι leadless  βηματοδότες πέραν τις ευχερέστερης εμφύτευσης τους, πλεονεκτούν στο γεγονός ότι δεν φέρουν καλώδια άρα στερούνται όλων των πιθανών επιπλοκών που συνδέονται με την ύπαρξη μιας επιπλέον προσθετικής συσκευής μέσα στην καρδιά. Για το λόγο αυτό προτιμώνται σε ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο ενδοκαρδίτιδας. Ωστόσο, όταν ολοκληρωθεί η περίοδος ζωής της μπαταρίας τους, τότε δεν δύναται να αφαιρεθούν. Σε αυτή την περίπτωση μπορεί να εμφυτευθεί δεύτερος leadless βηματοδότης ή ακόμα και παραδοσιακός βηματοδότης με καλώδια.