ΠΡΟΠΤΩΣΗ ΜΙΤΡΟΕΙΔΟΥΣ

ΠΡΟΠΤΩΣΗ ΜΙΤΡΟΕΙΔΟΥΣ

Η μιτροειδής βαλβίδα συνδέει τον αριστερό κόλπο με την αριστερή κοιλία της καρδιάς. Η μιτροειδική συσκευή, όπως συχνά καλείται η μιτροειδής βαλβίδα, αποτελείται από τις δύο γλωχίνες (πτυχές), τους θηλοειδείς μυες και τις τενόντιες χορδές. Οι πτυχές ανοίγουν κατά την διαστολική φάση του καρδιακού κύκλου και ακολούθως συγκλείονται στεγανά.

Όταν κατά την σύγκλιση των πτυχών της μιτροειδούς βαλβίδα η μία ή και οι δύο προκύπτουν εντός του αριστερού κόλπου κατά τη διάρκεια της συστολής για περισσότερο από 2 mm η κατάσταση αυτή ονομάζεται Πρόπτωση Μιτροειδούς Βαλβίδας. Η κατάσταση αυτή συναντάται περίπου στο 2,5 % του γενικού πληθυσμού. Συναντάται με την ίδια συχνότητα σε γυναίκες και άνδρες, σε αντίθεση με αυτό που πιστευόταν παλαιότερα.

Η πρόπτωση μιτροειδούς είχε στο παρελθόν σχετιστεί με διάφορες καταστάσεις που νεότερα στοιχεία μας δείχνουν ότι δεν ισχύουν. Η μεμονωμένη πρόπτωση μιτροειδούς συνήθως δεν συνοδεύεται από συμπτώματα και η διάγνωση γίνεται σε τυχαία εξέταση. Όταν αυτά υπάρχουν σχετίζονται με συνοδό ανεπάρκεια μιτροειδούς. Παλαιότερα πιστεύαμε ότι η πρόπτωση μιτροειδούς σχετίζεται με αυξημένο αρρυθμιολογικό φορτίο ή παροδικά αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια, κάτι το οποίο επίσης δεν επιβεβαιώνεται.

Η πρόπτωση μιτροειδούς διακρίνεται σε πρωτοπαθή και δευτεροπαθή. Η πρωτοπαθής πρόπτωση μιτροειδούς διακρίνεται περεταίρω σε:

α) Σύνδρομο Πρόπτωση Μιτροειδούς: συναντάται σε γυναίκες 20-50 ετών χαρακτηρίζεται από λεπτές γλωχίνες με ήπια πρόπτωση μπορεί να συνοδεύεται από συνοδό χαμηλή αρτηριακή πίεση, ορθοστατική υπόταση και αίσθημα παλμών. Έχει συνήθως καλοήθη πορεία.

β) Μυξωματώδη Εκφύλιση (σύνδρομο Barlow): συναντάται συνήθως σε άνδρες 40-70 ετών, χαρακτηρίζεται από πάχυνση των γλωχίνων, έντονη πρόπτωση και αυξημένη πιθανότητα για ανεπάρκεια μιτροειδούς – η οποία θα επιδεινωθεί σταδιακά και θα απαιτηθεί χειρουργική αντιμετώπιση.

Η δευτεροπαθής πρόπτωση μιτροειδούς σχετίζεται με δυσανολογία των διαστάσεων του μιτροειδικού δακτυλίου και της αριστερής κοιλίας. Συναντάται συνήθως σε νέες γυναίκες και αποκαθίσταται με την πρόοδο της ηλικίας. Συνήθως δεν συνοδεύεται από ανεπάρκεια της βαλβίδας. Δευτεροπαθής πρόπτωση μπορεί να υπάρχει επίσης επί νοσημάτων του συνδετικού ιστού (90% επί συνδρόμου Marfan, >6% επί συνδρόμου Ehler-Danlos), επί ατελούς οστεογένεσης κ.α. Μπορεί να υπάρχει επί μεσοκολπικού ελλείματος, υπερθυρεοειδισμού, εμφυσήματος, αποφρακτικής υπερτροφικής μυοκαρδιοπάδειας. Η δευτεροπαθής πρόπτωση μιτροειδούς συνήθως έχει μικρή κλινική σημασία και δε συνδέεται με σοβαρή ανεπάρκεια μιτροειδούς.

Η πρόπτωση μιτροειδούς δεν απαιτεί ειδική αγωγή. Η όποια αντιμετώπιση της σχετίζεται με την μιτροειδική ανεπάρκεια όταν αυτή υπάρχει. Η διάγνωση τίθεται με υπερηχοκαρδιογράφημα. Οι τρέχουσες κατευθυντήριες οδηγίες συνιστούν τον επανέλεγχο κάθε 3 με 5 έτη.

Οι τρέχουσες οδηγίες (2015, Ευρωπαϊκή Καρδιολογική Εταιρεία) κατατάσσουν την πρόπτωση μιτροειδούς ως ενδιαμέσου κινδύνου για λοιμώδη ενδοκαρδίτιδα και αποτρέπουν την χορήγηση χημειοπροφύλαξης (προληπτικής αντιβιοτικής αγωγής) σε επί οδοντιατρικών επεμβάσεων.

Στους ασθενείς με πρόπτωση μιτροειδούς, ιδίως πρωτοπαθή, συνίσταται η αποφυγή καταστάσεων όπως η απότομη άρση μεγάλου βάρους.