ΚΟΛΠΙΚΗ ΜΑΡΜΑΡΥΓΗ

ΚΟΛΠΙΚΗ ΜΑΡΜΑΡΥΓΗ

Η κολπική μαρμαρυγή είναι μία αρρυθμία των κόλπων. Όταν ένας ασθενής έχει κολπική μαρμαρυγή τότε η ηλεκτρική δραστηριότητα των κόλπων της καρδιάς αντί να είναι οργανωμένη γίνεται χαοτική και έτσι η κολπική συστολή καταργείται. Η κολπική μαρμαρυγή αποτελεί τη συχνότερη αρρυθμία στο δυτικό κόσμο -υπολογίζεται ότι κινδυνεύει ένας στους τρεις ασθενείς άνω των 55 ετών- και έχει χαρακτηριστεί μία από τις σύγχρονες πανδημίες.

Η κλινική εικόνα της κολπικής μαρμαρυγής έχει μεγάλη ποικιλομορφία: μπορεί να είναι πλήρως ασυμπτωματική αλλά μπορεί και να προκαλέσει καρδιογενή καταπληξία (shock). Η βαρύτητα της εκδήλωσης της εξαρτάται από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ασθενούς (ανατομικό και λειτουργικό υπόβαθρο).

Ένας απλό τρόπος για να αναγνωριστεί έγκαιρα η κολπική μαρμαρυγή είναι η αυτο-ψηλάφηση της κερδικιδικής αρτηρίας – κοντά στον καρπό του χεριού. Αν ο ασθενής αναγνωρίσει ότι ο σφυγμός του δεν είναι απόλυτα ρυθμικός καλό είναι να απευθυνθεί στον καρδιολόγο για περαιτέρω διερεύνηση. Η οριστική διάγνωση τίθεται με το ηλεκτροκαρδιογράφημα.

Οι πλέον δραματικές επιπλοκές της κολπικής μαρμαρυγής είναι τα θρομβωτικά επεισόδια μεταξύ των οποίων το ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο το οποίο μπορεί να προκαλέσει παροδική ή μόνιμη αναπηρία. Υπολογίζεται ότι 20-30% όλων των ισχαιμικών εγκεφαλικών επεισοδίων οφείλονται σε κολπική μαρμαρυγή. Πρόσθετα, η κολπική μαρμαρυγή συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο θανάτου (1,5-3,5 φορές), αυξημένη πιθανότητα για καρδιακή ανεπάρκεια (20-30% των ασθενών με κολπική μαρμαρυγή), αυξημένη πιθανότητα κατάθλιψης και μειωμένη ποιότητα ζωής.

Οι θεραπευτικοί στόχοι σε έναν ασθενή περιλαμβάνουν τόσο την μείωση του κινδύνου για αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο και τη βελτίωση της συνολικής πρόγνωσης όσο και τη βελτίωση των συμπτωμάτων του ασθενή.

Για την πρόληψη των αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων χορηγούνται αντιπηκτικά φάρμακα. Κύρια ανεπιθύμητη ενέργεια των αντιπηκτικών φαρμάκων είναι η αύξηση της αιμορραγικής διάθεσης και η αιμορραγία. Επομένως, αντιπηκτικά χορηγούνται σε όσους η ισορροπία μεταξύ κινδύνου για ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο και των κινδύνων από το ίδιο το φάρμακο κλείνουν υπέρ της χορήγησης του φαρμάκου. Για το σκοπό αυτό ο καρδιολόγος χρησιμοποιεί ειδικές κλίμακες κινδύνου – τις οποίες επαναξιολογεί σε τακτική βάση.

Όσον αφορά την αντιμετώπιση της ίδιας της αρρυθμίας ο καρδιολόγος πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στη λεγόμενη στρατηγική ρυθμού και τη στρατηγική συχνότητας.

Στην πρώτη περίπτωση η θεραπευτική προσέγγιση αποσκοπεί στο να επαναφέρει τον ασθενή σε φλεβοκομβικό ρυθμό, να απαλλαγεί δηλαδή από την κολπική μαρμαρυγή. Αυτό μπορεί να γίνει είτε με τη χορήγηση αντιαρρυθμικών φαρμάκων είτε με ειδικές επεμβάσεις κατάλυσης κολπικής μαρμαρυγής. Οι επεμβάσεις κατάλυσης τα τελευταία χρόνια κερδίζουν συνεχώς έδαφος, καθώς έχουν αποδειχθεί αρκετά ασφαλείς, ενώ στερούνται των ανεπιθύμητων ενεργειών των αντιαρρυθμικών φαρμάκων – τη λεγόμενη προαρρυθμική δράση.

Οι στρατηγικές ελέγχου συχνότητας αναφέρονται κυρίως στην χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής με σκοπό να κάνουν την καρδιά να χτυπά πιο αργά (να μειώσουν δηλαδή την καρδιακή συχνότητα) και έτσι ώστε ο ασθενής να έχει λιγότερα συμπτώματα και η καρδιά να μπορεί να ανταποκριθεί καλύτερα – ειδικά στην περίπτωση που συνυπάρχουν βαλβιδοπάθειες ή επηρεασμένη συστολική λειτουργία. Ο γενικός στόχος καρδιακής συχνότητας είναι η καρδιά να χτυπά με λιγότερο από 110 παλμούς ανά λεπτό.

Η επιλογή ανάμεσα στις δύο στρατηγικές αποτελεί αντικείμενο ευρείας συζήτησης και κλινικών μελετών. Εν πολλοίς έχει αποδειχθεί ότι η διατήρηση φλεβοκομβικού ρυθμού οφελεί τον ασθενή, ωστόσο το τίμημα της αντιαρρυθμικής αγωγής για να το επιτύχουμε αυτό με φάρμακα είναι εξίσου υψηλό. Οι επεμβάσεις κατάλυσεις υπόσχονται να ξεπεράσουν, εν μέρει τουλάχιστον, αυτό το πρόβλημα.

Επιπλέον γνωρίζουμε, ότι η κολπική μαρμαρυγή γεννά κολπική μαρμαρυγή. Με απλά λόγια, όσο «χρονίζει» κολπική μαρμαρυγή μεταβάλει το μυοκάρδιο των κόλπων (ηλεκτροανατομικές μεταβολές) και αυτό με τη σειρά του είναι πιο επιρρεπές κολπική μαρμαρυγή.

Επομένως όσο πιο νωρίς παρέμβουμε στην πορεία της τόσο μεγαλύτερη πιθανότητα έχουμε να απαλλαγούμε από αυτήν ή να μειώσουμε σημαντικά το «φορτίο» αυτής. Ωστόσο, υπάρχουν περιπτώσεις, ειδικά σε προχωρημένης ηλικίας ασθενείς, που ίσως είναι πιο φρόνιμο να επιλέγουμε τη συντηρητική οδό, δηλαδή τη στρατηγική συχνότητας. Η τελική επιλογή είναι κοινή απόφαση του ιατρού με τον ασθενή, αφού αναλυθούν οι κίνδυνοι και τα πλεονεκτήματα.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι μέχρι σήμερα δεδομένα, καμία από τις δύο προσεγγίσεις δεν απαλλάσσει τον ασθενή από την ανάγκη χορήγησης αντιπηκτικών φαρμάκων.

Σήμερα, η ιατρική κοινότητα αναγνωρίζει ότι η αντιμετώπιση της κολπικής μαρμαρυγής οφείλει να αφορά συνολικά τον ασθενή και όχι μεμονωμένα την αρρυθμία. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αντιμετωπίζονται μαζί με την αρρυθμία όλοι οι παραδοσιακοί παράγοντες κινδύνου αλλά και να γίνονται παρεμβάσεις σε υγιεινοδιαιτητικό (απώλεια βάρους, μείωση κατανάλωσης αλκοολ, άσκηση) και ψυχοκοινωνικό επίπεδό (παρεμβάσεις επιμόρφωσης ή υποστήριξης του ασθενή).