Ηλεκτροφυσιολογική μελέτη: πότε χρειάζεται για τις αρρυθμίες;

Ακούστε το σώμα σας και συμβουλευτείτε τον καρδιολόγο σας

Ηλεκτροφυσιολογική μελέτη: πότε χρειάζεται για τις αρρυθμίες;

Οι αρρυθμίες είναι διαταραχές του φυσιολογικού καρδιακού ρυθμού. Μπορεί να κάνουν την καρδιά να χτυπά πολύ γρήγορα, πολύ αργά ή ακανόνιστα και να προκαλούν συμπτώματα όπως αίσθημα παλμών, ζάλη, δύσπνοια, κόπωση ή λιποθυμικό επεισόδιο. Σε αρκετές περιπτώσεις, το ηλεκτροκαρδιογράφημα ή το Holter ρυθμού αρκούν για να καταγραφεί και να αναγνωριστεί η αρρυθμία. Υπάρχουν όμως ασθενείς στους οποίους οι μη επεμβατικές εξετάσεις δεν δίνουν σαφή απάντηση ή δεν μπορούν να προσδιορίσουν με ακρίβεια τον μηχανισμό του προβλήματος.

Σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να προταθεί η ηλεκτροφυσιολογική μελέτη. Πρόκειται για μια εξειδικευμένη επεμβατική εξέταση που επιτρέπει στον καρδιολόγο-ηλεκτροφυσιολόγο να μελετήσει άμεσα το ηλεκτρικό σύστημα της καρδιάς, να εντοπίσει την προέλευση μιας αρρυθμίας και να εκτιμήσει ποια είναι η καταλληλότερη θεραπευτική αντιμετώπιση.

Τι είναι η ηλεκτροφυσιολογική μελέτη;

Η ηλεκτροφυσιολογική μελέτη εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο παράγονται και μεταδίδονται τα ηλεκτρικά ερεθίσματα μέσα στην καρδιά. Κάθε φυσιολογικός καρδιακός παλμός ξεκινά από ένα ηλεκτρικό σήμα, το οποίο ακολουθεί συγκεκριμένες διαδρομές και προκαλεί τη συντονισμένη σύσπαση των κόλπων και των κοιλιών.

Όταν υπάρχει μια επιπλέον ηλεκτρική οδός, ένα παθολογικό κύκλωμα ή μια περιοχή που παράγει μη φυσιολογικά ερεθίσματα, μπορεί να εμφανιστεί αρρυθμία. Η ηλεκτροφυσιολογική μελέτη βοηθά να εντοπιστεί με μεγάλη ακρίβεια πού ξεκινά η αρρυθμία, πώς διατηρείται και ποια τμήματα του ηλεκτρικού συστήματος συμμετέχουν σε αυτή.

Σε αντίθεση με το απλό ηλεκτροκαρδιογράφημα, το οποίο καταγράφει την ηλεκτρική δραστηριότητα από την επιφάνεια του σώματος, η ηλεκτροφυσιολογική μελέτη πραγματοποιεί καταγραφές από το εσωτερικό της καρδιάς. Έτσι παρέχει πιο αναλυτικές πληροφορίες για τον μηχανισμό της αρρυθμίας.

Πότε χρειάζεται η ηλεκτροφυσιολογική μελέτη;

Η εξέταση δεν είναι απαραίτητη για κάθε αίσθημα παλμών ή κάθε αρρυθμία. Η απόφαση λαμβάνεται εξατομικευμένα, με βάση τα συμπτώματα, το είδος της πιθανής αρρυθμίας, τα ευρήματα των προηγούμενων εξετάσεων και το συνολικό καρδιολογικό ιστορικό.

Η ηλεκτροφυσιολογική μελέτη μπορεί να χρειαστεί όταν ο ασθενής εμφανίζει επαναλαμβανόμενα επεισόδια ταχυκαρδίας, αλλά δεν έχει γίνει σαφής διάγνωση με ηλεκτροκαρδιογράφημα ή Holter. Μπορεί επίσης να προταθεί όταν έχει ήδη καταγραφεί μια αρρυθμία και απαιτείται ακριβής προσδιορισμός του μηχανισμού της πριν από τη θεραπεία.

Συχνές ενδείξεις αποτελούν οι υπερκοιλιακές ταχυκαρδίες, οι οποίες ξεκινούν συνήθως από τους κόλπους ή την περιοχή γύρω από τον κολποκοιλιακό κόμβο. Σε αυτές περιλαμβάνονται η κολποκοιλιακή κομβική ταχυκαρδία (επανεισόδου στον κολποκοιλιακό κόμβο), οι ταχυκαρδίες που σχετίζονται με παραπληρωματικές ηλεκτρικές οδούς και ορισμένες μορφές κολπικής ταχυκαρδίας.

Η εξέταση μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί στη διερεύνηση του κολπικού πτερυγισμού, συγκεκριμένων μορφών κολπικής μαρμαρυγής και κοιλιακών αρρυθμιών. Σε ασθενείς με συγκοπή ή λιποθυμικά επεισόδια χωρίς σαφή αιτία, η ηλεκτροφυσιολογική μελέτη μπορεί να βοηθήσει όταν υπάρχει υποψία ότι το επεισόδιο οφείλεται σε διαταραχή του ρυθμού ή της ηλεκτρικής αγωγής.

Επιπλέον, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την εκτίμηση του κινδύνου σοβαρών αρρυθμιών σε επιλεγμένους ασθενείς με δομική καρδιοπάθεια, προηγούμενο έμφραγμα, μυοκαρδιοπάθεια ή ευρήματα που υποδηλώνουν διαταραχή του ηλεκτρικού συστήματος της καρδιάς.

ηλεκτροφυσιολογική μελέτη cardiologist in action

Πώς πραγματοποιείται η εξέταση;

Η ηλεκτροφυσιολογική μελέτη πραγματοποιείται σε ειδικά οργανωμένο ηλεκτροφυσιολογικό εργαστήριο. Ο ασθενής λαμβάνει τοπική αναισθησία στο σημείο εισόδου των καθετήρων και, ανάλογα με την περίπτωση, μπορεί να χορηγηθεί ήπια καταστολή ώστε να είναι περισσότερο άνετος.

Μέσω μιας φλέβας, συνήθως στη βουβωνική χώρα, εισάγονται λεπτοί και εύκαμπτοι καθετήρες. Οι καθετήρες προωθούνται με ακτινοσκοπική ή άλλη απεικονιστική καθοδήγηση προς συγκεκριμένες περιοχές της καρδιάς. Η διαδικασία δεν απαιτεί ανοιχτή χειρουργική επέμβαση.

Στην άκρη των καθετήρων υπάρχουν ηλεκτρόδια που καταγράφουν τα ηλεκτρικά σήματα από το εσωτερικό της καρδιάς. Παράλληλα, ο ηλεκτροφυσιολόγος μπορεί να χορηγήσει μικρά και ελεγχόμενα ηλεκτρικά ερεθίσματα, με στόχο να εξετάσει τον τρόπο μετάδοσης των σημάτων και, εφόσον είναι ασφαλές, να προκαλέσει προσωρινά την ύποπτη αρρυθμία.

Η πρόκληση της αρρυθμίας γίνεται υπό συνεχή παρακολούθηση και αποτελεί σημαντικό μέρος της εξέτασης. Επιτρέπει στον γιατρό να καταγράψει τον πραγματικό μηχανισμό της και να δημιουργήσει έναν ηλεκτρικό χάρτη της περιοχής από την οποία ξεκινά.

Η διάρκεια της ηλεκτροφυσιολογικής μελέτης εξαρτάται από την πολυπλοκότητα της αρρυθμίας και από το αν θα ακολουθήσει θεραπευτική κατάλυση. Μετά το τέλος της διαδικασίας, οι καθετήρες αφαιρούνται και εφαρμόζεται πίεση στο σημείο εισόδου για να περιοριστεί η πιθανότητα αιμορραγίας.

Πότε η ηλεκτροφυσιολογική μελέτη οδηγεί σε κατάλυση;

Σε πολλές περιπτώσεις, η διάγνωση και η θεραπεία μπορούν να πραγματοποιηθούν στην ίδια συνεδρία. Εάν κατά την ηλεκτροφυσιολογική μελέτη εντοπιστεί με ακρίβεια η περιοχή ή το ηλεκτρικό κύκλωμα που ευθύνεται για την αρρυθμία, μπορεί να ακολουθήσει κατάλυση με καθετήρα.

Η κατάλυση στοχεύει σε μια πολύ μικρή περιοχή του καρδιακού ιστού που παράγει ή μεταδίδει τα μη φυσιολογικά ηλεκτρικά ερεθίσματα. Με τη χρήση ενέργειας ραδιοσυχνοτήτων, κρυοενέργειας ή άλλης κατάλληλης τεχνικής, η περιοχή αυτή τροποποιείται ώστε να μην μπορεί πλέον να προκαλεί την αρρυθμία.

Η θεραπευτική κατάλυση εφαρμόζεται συχνά σε υπερκοιλιακές ταχυκαρδίες, κολπικό πτερυγισμό, παραπληρωματικές οδούς, ορισμένες κολπικές ταχυκαρδίες και επιλεγμένες κοιλιακές αρρυθμίες. Χρησιμοποιείται επίσης στην αντιμετώπιση της κολπικής μαρμαρυγής, αν και η συγκεκριμένη επέμβαση απαιτεί διαφορετικό σχεδιασμό και πιο εκτεταμένη χαρτογράφηση.

Η απόφαση να πραγματοποιηθεί κατάλυση εξαρτάται από τον τύπο της αρρυθμίας, τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων, τη συχνότητα των επεισοδίων, την ανταπόκριση στα φάρμακα και τις προτιμήσεις του ασθενούς. Δεν οδηγεί κάθε ηλεκτροφυσιολογική μελέτη σε κατάλυση. Σε ορισμένες περιπτώσεις η εξέταση ολοκληρώνεται μόνο διαγνωστικά, εάν δεν προκληθεί η αρρυθμία ή αν τα ευρήματα δείξουν ότι άλλη θεραπευτική προσέγγιση είναι καταλληλότερη.

Είναι ασφαλής η ηλεκτροφυσιολογική μελέτη;

Η ηλεκτροφυσιολογική μελέτη πραγματοποιείται συστηματικά σε εξειδικευμένα κέντρα και θεωρείται γενικά ασφαλής. Ωστόσο, επειδή πρόκειται για επεμβατική εξέταση, συνοδεύεται από πιθανές επιπλοκές.

Οι συχνότερες είναι συνήθως ήπιες και αφορούν το σημείο εισόδου των καθετήρων, όπως μικρή αιμορραγία, μώλωπας ή αιμάτωμα. Πιο σπάνια μπορεί να εμφανιστούν βλάβη σε αγγείο, θρόμβωση, λοίμωξη, επιδείνωση μιας αρρυθμίας ή τραυματισμός του ηλεκτρικού συστήματος της καρδιάς. Ο κίνδυνος εξαρτάται από το είδος της εξέτασης, την πιθανή κατάλυση και τη γενική κατάσταση του ασθενούς.

Πριν από τη διαδικασία, ο γιατρός εξηγεί αναλυτικά τα πιθανά οφέλη και τους κινδύνους, ελέγχει τη φαρμακευτική αγωγή και δίνει συγκεκριμένες οδηγίες για την προετοιμασία. Ορισμένα αντιαρρυθμικά ή αντιπηκτικά φάρμακα μπορεί να χρειαστεί να προσαρμοστούν, αλλά ποτέ δεν πρέπει να διακόπτονται χωρίς ιατρική οδηγία.

Τι συμβαίνει μετά την εξέταση;

Μετά την ηλεκτροφυσιολογική μελέτη, ο ασθενής παραμένει για παρακολούθηση και χρειάζεται να μείνει ξαπλωμένος για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος αιμορραγίας από το σημείο εισόδου των καθετήρων.

Ανάλογα με την εξέταση και την πορεία του ασθενούς, η επιστροφή στο σπίτι μπορεί να γίνει την ίδια ή την επόμενη ημέρα. Συνήθως συστήνεται αποφυγή έντονης άσκησης και άρσης βάρους για λίγες ημέρες. Μικρή ευαισθησία ή μελανιά στη βουβωνική χώρα μπορεί να είναι αναμενόμενη.

Ο ασθενής πρέπει να επικοινωνήσει με την ιατρική ομάδα εάν εμφανίσει έντονη αιμορραγία, αυξανόμενο πρήξιμο, πυρετό, πόνο στο στήθος, σοβαρή δύσπνοια, έντονη ζάλη ή επίμονη ταχυκαρδία.

Η ηλεκτροφυσιολογική μελέτη είναι μια εξειδικευμένη εξέταση για τη διάγνωση και την ακριβή χαρτογράφηση των αρρυθμιών. Δεν αποτελεί την πρώτη εξέταση για κάθε ασθενή με αίσθημα παλμών, αλλά μπορεί να δώσει καθοριστικές απαντήσεις όταν οι συνηθισμένες εξετάσεις δεν επαρκούν ή όταν εξετάζεται η δυνατότητα θεραπευτικής κατάλυσης.

Με την ηλεκτροφυσιολογική μελέτη, ο καρδιολόγος μπορεί να εντοπίσει την πηγή της αρρυθμίας, να αξιολογήσει τον μηχανισμό της και, σε κατάλληλες περιπτώσεις, να την αντιμετωπίσει στην ίδια διαδικασία. Η επιλογή της εξέτασης πρέπει να γίνεται εξατομικευμένα από εξειδικευμένο καρδιολόγο-ηλεκτροφυσιολόγο, με βάση τα συμπτώματα, τα ευρήματα και το συνολικό ιστορικό κάθε ασθενούς.

Γράφει ο Δημήτριος Βραχάτης, Καρδιολόγος, Επίκουρος Καθηγητής Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ