Διαβητική μυοκαρδιοπάθεια: η σημασία της πρώιμης διάγνωσης

Βραχάτης Δημήτριος, MD, MSc, PhD, FESC
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών
Fellow of the European Society of Cardiology

Διαβητική μυοκαρδιοπάθεια: η σημασία της πρώιμης διάγνωσης

Η καρδιά και ο σακχαρώδης διαβήτης έχουν μια πιο στενή σχέση από όσο πιστεύουμε. Η «σιωπηλή» καρδιολογική επιπλοκή που ονομάζεται διαβητική μυοκαρδιοπάθεια είναι ένας από τους σημαντικότερους λόγους που η καρδιακή ανεπάρκεια εμφανίζεται ακόμα και σε άτομα με καλή γλυκαιμική ρύθμιση και χωρίς ιστορικό στεφανιαίας νόσου. Καθώς αυξάνεται ο αριθμός των διαβητικών παγκοσμίως, η έγκαιρη διάγνωση αυτής της μορφής μυοκαρδιοπάθειας αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία για την πρόληψη καρδιακών επιπλοκών.

Τι είναι η διαβητική μυοκαρδιοπάθεια;

Ο όρος «διαβητική μυοκαρδιοπάθεια» περιγράφει μια διακριτή πάθηση του μυοκαρδίου, η οποία εμφανίζεται σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη χωρίς να συνυπάρχει άλλη αιτία μυοκαρδιοπάθειας, όπως ισχαιμική καρδιοπάθεια ή υπέρταση. Πρόκειται ουσιαστικά για μια εκφυλιστική και μεταβολική πάθηση του καρδιακού μυός, που προκαλεί αρχικά διαστολική δυσλειτουργία και στη συνέχεια μπορεί να εξελιχθεί σε συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια.

Η παθογένεια της διαβητικής μυοκαρδιοπάθειας είναι πολυπαραγοντική. Οι χρόνιες μεταβολικές ανωμαλίες του διαβήτη, όπως η υπεργλυκαιμία, η αντίσταση στην ινσουλίνη, το οξειδωτικό στρες και η χρόνια φλεγμονή, επηρεάζουν το μυοκάρδιο σε κυτταρικό επίπεδο. Το αποτέλεσμα είναι η ίνωση, η υπερτροφία και η δυσλειτουργία των μυοκαρδιακών κυττάρων.

Η διαστολική δυσλειτουργία ως πρώιμο στάδιο

Ένα από τα πρώτα σημεία της διαβητικής μυοκαρδιοπάθειας είναι η διαστολική δυσλειτουργία, δηλαδή η μειωμένη ικανότητα της καρδιάς να χαλαρώνει και να γεμίζει με αίμα κατά τη φάση της διαστολής. Αν και σε αυτό το στάδιο ο ασθενής μπορεί να είναι ασυμπτωματικός, η κατάσταση αυτή αποτελεί προάγγελο μελλοντικής καρδιακής ανεπάρκειας με διατηρημένο κλάσμα εξώθησης (HFpEF), η οποία είναι ιδιαίτερα συχνή στους διαβητικούς ασθενείς, και συχνά δεν διαγιγνώσκεται σωστά.

Οι ασθενείς μπορεί να παρουσιάσουν προοδευτικά ήπια συμπτώματα, όπως εύκολη κόπωση ή ήπια δύσπνοια στην άσκηση, τα οποία συχνά αποδίδονται στον διαβήτη ή την ηλικία. Σε αυτό το στάδιο, η διάγνωση απαιτεί εξειδικευμένη καρδιολογική εκτίμηση με triplex καρδιάς και ειδικούς δείκτες διαστολικής λειτουργίας.

Από τη διαβητική μυοκαρδιοπάθεια στην καρδιακή ανεπάρκεια

Η διαβητική μυοκαρδιοπάθεια, εάν δεν διαγνωστεί και δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα, μπορεί να εξελιχθεί σε κλινικά έκδηλη καρδιακή ανεπάρκεια, είτε με διατηρημένο είτε με μειωμένο κλάσμα εξώθησης. Η συννοσηρότητα μεταξύ διαβήτη και καρδιακής ανεπάρκειας είναι ιδιαίτερα επιβαρυντική για την πρόγνωση. Οι διαβητικοί ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια έχουν αυξημένο κίνδυνο επανανοσηλειών, αιφνίδιου καρδιακού θανάτου και σημαντικά μειωμένη ποιότητα ζωής.

Η αναγνώριση των πρώτων σημείων καρδιακής εμπλοκής σε διαβητικό ασθενή είναι εξαιρετικά σημαντική. Εκτός από την προσεκτική καταγραφή των συμπτωμάτων, πρέπει να αξιολογούνται διάφοροι δείκτες, καθώς και να πραγματοποιούνται τακτικές απεικονιστικές εξετάσεις. Η συνδυαστική παρουσία διαβήτη και ενδείξεων διαστολικής δυσλειτουργίας πρέπει να θέτει υψηλό δείκτη υποψίας για διαβητική μυοκαρδιοπάθεια.

διαβητική μυοκαρδιοπάθεια diabetic man

Ο ρόλος της πρώιμης διάγνωσης

Η έγκαιρη διάγνωση της διαβητικής μυοκαρδιοπάθειας είναι πολύ σημαντική για την αποτροπή της εξέλιξης σε προχωρημένη καρδιακή ανεπάρκεια. Οι διαβητικοί ασθενείς, ακόμη και όταν δεν εμφανίζουν καρδιολογικά συμπτώματα, θα πρέπει να υποβάλλονται σε τακτικό καρδιολογικό έλεγχο, ιδιαίτερα εάν συνυπάρχουν άλλοι παράγοντες κινδύνου όπως υπέρταση, δυσλιπιδαιμία, παχυσαρκία ή νεφρική δυσλειτουργία.

Ο τακτικός έλεγχος πρέπει να περιλαμβάνει:

Η χρήση πιο ευαίσθητων τεχνικών, όπως το strain imaging στην υπερηχοκαρδιογραφία, μπορεί να αποκαλύψει υποκλινικές μυοκαρδιακές μεταβολές πριν ακόμα εμφανιστούν κλινικά συμπτώματα.

Αντιμετώπιση και θεραπευτική προσέγγιση

Η θεραπεία της διαβητικής μυοκαρδιοπάθειας βασίζεται στη διαχείριση του διαβήτη αλλά και στην αντιμετώπιση των επιπτώσεών της στην καρδιά. Η αυστηρή ρύθμιση του σακχάρου είναι απαραίτητη αλλά από μόνη της δεν αρκεί.

Τα τελευταία χρόνια, νεότερες αντιδιαβητικές αγωγές όπως οι SGLT2 αναστολείς έχουν δείξει σημαντικά καρδιοπροστατευτικά οφέλη. Αυτά τα φάρμακα μειώνουν την πιθανότητα εμφάνισης καρδιακής ανεπάρκειας ακόμα και σε ασθενείς χωρίς διαβήτη, και πλέον αποτελούν βασικό εργαλείο στη διαχείριση των ασθενών με διαβητική μυοκαρδιοπάθεια.

Επιπλέον, η χρήση αναστολέων του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης (όπως ACE-inhibitors και ARBs), β-αναστολέων και ανταγωνιστών αλδοστερόνης είναι χρήσιμη στην επιβράδυνση της εξέλιξης της μυοκαρδιοπάθειας και της ίνωσης.

Η σημασία της ολιστικής προσέγγισης

Η διαβητική μυοκαρδιοπάθεια απαιτεί μια πολυπαραγοντική διαχείριση που δεν περιορίζεται στην καρδιολογική φροντίδα. Η συνεργασία καρδιολόγου, ενδοκρινολόγου, διαιτολόγου και παθολόγου είναι απαραίτητη για την επίτευξη μακροπρόθεσμου ελέγχου και πρόληψης των επιπλοκών.

Αλλαγές στον τρόπο ζωής όπως απώλεια βάρους, μεσογειακή διατροφή, ήπια αερόβια άσκηση και αποφυγή καπνίσματος μπορούν να μειώσουν τη φλεγμονή και το μεταβολικό φορτίο στο μυοκάρδιο.

Η διαβητική μυοκαρδιοπάθεια δεν είναι μια σπάνια ή δευτερεύουσα επιπλοκή, αλλά μια υπαρκτή απειλή για κάθε διαβητικό ασθενή. Η σιωπηλή εξέλιξή της την καθιστά ακόμα πιο επικίνδυνη. Γι’ αυτό, η πρώιμη διάγνωση, η τακτική παρακολούθηση και η εξατομικευμένη θεραπευτική προσέγγιση είναι απαραίτητα εργαλεία στα χέρια του σύγχρονου καρδιολόγου.

Γράφει ο Δημήτριος Βραχάτης, Επεμβατικός Καρδιολόγος – Αρρυθμιολόγος, Διδάκτωρ Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.