Περιγεννητική Μυοκαρδιοπάθεια: πόσο επικίνδυνη είναι;

Ακούστε το σώμα σας και συμβουλευτείτε τον καρδιολόγο σας

Η περιγεννητική μυοκαρδιοπάθεια αποτελεί μια σπάνια αλλά σοβαρή καρδιολογική πάθηση που εμφανίζεται κατά την τελευταία φάση της εγκυμοσύνης ή τις πρώτες εβδομάδες μετά τον τοκετό. Πρόκειται για μια μορφή διαστολικής και συστολικής καρδιακής δυσλειτουργίας, όπου η αριστερή κοιλία της καρδιάς διαστέλλεται και η αντλητική της ικανότητα μειώνεται σημαντικά. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η καρδιά να μην μπορεί να τροφοδοτήσει επαρκώς τα όργανα και τους ιστούς με αίμα, γεγονός που μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα καρδιακή ανεπάρκεια και σοβαρές επιπλοκές για τη μητέρα.

Η περιγεννητική μυοκαρδιοπάθεια εμφανίζεται συνήθως στο τελευταίο τρίμηνο της εγκυμοσύνης ή μέσα στον πρώτο μήνα μετά τον τοκετό. Η συχνότητα της νόσου κυμαίνεται περίπου από μία στις 1.000 έως μία στις 4.000 κυήσεις, με μεγαλύτερη επίπτωση σε γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας ή με προϋπάρχουσες καρδιολογικές και αγγειακές παθήσεις. Η πρόληψη και η παρακολούθηση πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τον τοκετό είναι πολύ σημαντική για την έγκαιρη διάγνωση και την ελαχιστοποίηση των κινδύνων.

Αίτια της περιγεννητικής μυοκαρδιοπάθειας

Η περιγεννητική μυοκαρδιοπάθεια μπορεί να οφείλεται σε πολλούς παράγοντες, καθώς δεν υπάρχει ένας μοναδικός μηχανισμός που να εξηγεί την εμφάνισή της. Η κύρια θεωρία αφορά τις ορμονικές και ανοσολογικές αλλαγές που συντελούνται κατά την εγκυμοσύνη. Η προλακτίνη, μια σημαντική ορμόνη για τον θηλασμό, μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να αποικοδομηθεί σε ένα τοξικό υπομόριό της που προκαλεί βλάβη στα μυοκαρδιακά κύτταρα. Επιπλέον, η αυξημένη φόρτιση της καρδιάς λόγω της φυσιολογικής αύξησης του όγκου αίματος κατά την εγκυμοσύνη επιβαρύνει τον μυ της καρδιάς, καθιστώντας τον πιο ευάλωτο σε δυσλειτουργία.

Σημαντικό ρόλο φαίνεται να παίζει και η γενετική προδιάθεση. Ορισμένες γυναίκες έχουν μικρές αλλαγές στο γενετικό τους υλικό που καθιστούν την καρδιά τους πιο ευάλωτη σε ορμονικές και ανοσολογικές διαταραχές. Παράλληλα, περιβαλλοντικοί παράγοντες όπως η κακή διατροφή, η ανεπάρκεια θρεπτικών συστατικών ή η έκθεση σε τοξίνες μπορεί να ευνοήσουν την εμφάνιση της νόσου.

Ορισμένες καταστάσεις κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης αυξάνουν επίσης τον κίνδυνο ανάπτυξης της περιγεννητικής μυοκαρδιοπάθειας. Αυτές περιλαμβάνουν προεκλαμψία, υπέρταση, διαβήτη κύησης κ.α. Σημαντικός παράγοντας κινδύνου θεωρείται και η ηλικία της μητέρας, καθώς γυναίκες άνω των 30 ή 35 ετών εμφανίζουν συχνότερα τη νόσο.

Τα συμπτώματα που συνοδεύουν την περιγεννητική μυοκαρδιοπάθεια

Η περιγεννητική μυοκαρδιοπάθεια συχνά μιμείται τα φυσιολογικά συμπτώματα της εγκυμοσύνης, κάτι που δυσκολεύει την έγκαιρη διάγνωσή της. Τα πρώιμα συμπτώματα μπορεί να εκδηλώνονται ως υπερβολική κόπωση ή δυσκολία στην εκτέλεση καθημερινών δραστηριοτήτων που παλαιότερα ήταν εύκολες. Σύντομα εμφανίζεται δύσπνοια, αρχικά κατά την άσκηση και στη συνέχεια ακόμη και σε ηρεμία ή κατά τον ύπνο, ενώ ορισμένες γυναίκες παρατηρούν και πρήξιμο στα πόδια, τους αστραγάλους ή την κοιλιά λόγω κατακράτησης υγρών. Η καρδιά προσπαθεί να αντισταθμίσει τη μειωμένη αντλητική ικανότητα με ταχύτερους παλμούς, γεγονός που οδηγεί σε αίσθημα παλμών ή ταχυκαρδία.

Σε σοβαρές περιπτώσεις, η νόσος μπορεί να εξελιχθεί σε καρδιακή ανεπάρκεια, με συμπτώματα όπως βήχας, αίσθημα ασφυξίας κατά την ύπτια θέση ή ακόμη και πνευμονικό οίδημα. Η παρατεταμένη υπολειτουργία της καρδιάς μπορεί να προκαλέσει σχηματισμό θρόμβων, αρρυθμίες και, σε ακραίες καταστάσεις, αιφνίδιο καρδιακό θάνατο. Για αυτόν τον λόγο, κάθε γυναίκα που εμφανίζει συμπτώματα που ξεφεύγουν από το φυσιολογικό πλαίσιο της εγκυμοσύνης πρέπει να αξιολογείται από καρδιολόγο.

Η διαδικασία της διάγνωσης

Η διάγνωση της περιγεννητικής μυοκαρδιοπάθειας βασίζεται σε συνδυασμό κλινικής αξιολόγησης, απεικονιστικών εξετάσεων και εργαστηριακών ελέγχων. Ο καρδιολόγος συνήθως ξεκινά με κλινική εξέταση κατά την οποία παρατηρεί τα σημάδια καρδιακής ανεπάρκειας, όπως οίδημα, ταχυκαρδία ή πνευμονικό ρόγχο. Το υπερηχοκαρδιογράφημα αποτελεί το βασικό εργαλείο διάγνωσης, καθώς αποκαλύπτει τη διαστολή της αριστερής κοιλίας και τη μειωμένη αντλητική ικανότητα. Συμπληρωματικά, το ηλεκτροκαρδιογράφημα μπορεί να δείξει ηλεκτρικές ανωμαλίες της καρδιάς, ενώ αιματολογικές εξετάσεις παρέχουν πληροφορίες για δείκτες καρδιακής βλάβης και φλεγμονής.

Σε μερικές περιπτώσεις μπορεί να χρειαστεί μαγνητική τομογραφία καρδιάς για λεπτομερή αξιολόγηση του μυοκαρδίου, ειδικά όταν η διάγνωση δεν είναι σαφής ή υπάρχει υποψία για άλλες καρδιακές παθήσεις. Η έγκαιρη και ακριβής διάγνωση είναι σημαντική για την επιτυχή θεραπεία και την πρόληψη σοβαρών επιπλοκών.

περιγεννητική μυοκαρδιοπάθεια
pregnant woman in doctor's office

Πώς αντιμετωπίζεται η περιγεννητική μυοκαρδιοπάθεια

Η αντιμετώπιση της περιγεννητικής μυοκαρδιοπάθειας επικεντρώνεται στη βελτίωση της καρδιακής λειτουργίας, την ανακούφιση των συμπτωμάτων και την πρόληψη επιπλοκών.

·         Η φαρμακευτική αγωγή περιλαμβάνει διουρητικά για την ανακούφιση από το οίδημα, β-αναστολείς καθώς και αντιπηκτικά σε περιπτώσεις κινδύνου θρόμβων. Στις μητέρες που θηλάζουν, η επιλογή των φαρμάκων γίνεται προσεκτικά ώστε να μην επηρεάζεται το νεογνό.

·         Η μακροχρόνια παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας είναι απαραίτητη. Σε πολλές γυναίκες, η αριστερή κοιλία επανέρχεται σε φυσιολογική λειτουργία μέσα σε 6 έως 12 μήνες. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις η δυσλειτουργία μπορεί να παραμείνει ή να επιδεινωθεί σε μελλοντικές εγκυμοσύνες, καθιστώντας απαραίτητη τη στενή παρακολούθηση από καρδιολόγο πριν και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

·         Σε σοβαρές καταστάσεις, όπου η καρδιακή ανεπάρκεια δεν ανταποκρίνεται στη φαρμακευτική αγωγή, μπορεί να χρειαστούν επεμβατικές λύσεις, όπως εμφύτευση καρδιακών βοηθητικών συσκευών ή σε σπάνιες περιπτώσεις μεταμόσχευση καρδιάς. Παράλληλα, η υποστήριξη της μητέρας με ξεκούραση, περιορισμό της έντονης σωματικής δραστηριότητας και ισορροπημένη διατροφή αποτελεί σημαντικό κομμάτι της θεραπείας.

Η περιγεννητική μυοκαρδιοπάθεια είναι μια σοβαρή και δυνητικά επικίνδυνη καρδιακή πάθηση που απαιτεί έγκαιρη διάγνωση και ολοκληρωμένη θεραπευτική προσέγγιση. Η αναγνώριση των πρώιμων συμπτωμάτων, η στενή παρακολούθηση από καρδιολόγο και η συνδυαστική χρήση φαρμακευτικής αγωγής με αλλαγές στον τρόπο ζωής μπορούν να βελτιώσουν την πρόγνωση και να προστατεύσουν την υγεία της μητέρας.

Η γνώση γύρω από την περιγεννητική μυοκαρδιοπάθεια μπορεί να σώσει ζωές και να μειώσει σημαντικά τις επιπλοκές, καθιστώντας την πρόληψη και την έγκαιρη παρέμβαση ακρογωνιαίους λίθους της σύγχρονης καρδιολογικής φροντίδας για γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία.

Γράφει ο Δημήτριος Βραχάτης, Επεμβατικός Καρδιολόγος – Αρρυθμιολόγος, Διδάκτωρ Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.