ΣΤΕΦΑΝΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΤΕΦΑΝΙΟΓΡΑΦΙΑ – ΣΤΕΦΑΝΙΑΙΑ ΑΡΤΗΡΙΟΓΡΑΦΙΑ

Η στεφανιογραφία (ή στεφανιαία αρτηριογραφία) είναι η απεικόνιση του αυλού των αρτηριών που αιματώνουν τον καρδιακό μυ, δηλαδή τις στεφανιαίες αρτηρίες, με τη χρήση ειδικής ουσίας που ονομάζεται σκιαγραφικό. Σκοπός της απεικόνισης του αυλού είναι ο έλεγχος για την ύπαρξης στενώσεων, αποφράξεων ή ανατομικών παραλλαγών.

Το σκιαγραφικό εγχύεται μέσα στις στεφανιαίες αρτηρίες και παράλληλα διενεργείται μικρής διάρκειας ακτινοσκόπηση (συνήθως για 2-3 καρδιακές συστολές). Διενεργείται με τον τρόπο αυτό μία συνεχής καταγραφή εικόνας (σαν μικρό βίντεο) δύο διαστάσεων. Συνεπώς η διαδικασία αυτή επαναλαμβάνεται από διαφορετικές (κάθετες μεταξύ τους) προβολές ώστε ο επεμβατικός καρδιολόγος να εξάγει τα κατάλληλα συμπεράσματα σχετικά με τον αυλό των αγγείων.

Ο επεμβατικός καρδιολόγος για να προσεγγίσει τις στεφανιαίες αρτηρίες και να πραγματοποιήσει την έγχυση σκιαγραφικού (ή/και να εφαρμόσει συμπληρωματικά νεώτερες απεικονιστικές τεχνικές όπως η ενδοστεφανιαία υπερηχοκαρδιογραφία – IVUS – ή η κλασματική εφεδρεία ροής -FFR-) πρέπει πρώτα να προωθήσει στην ρίζα της αορτής (από όπου εκφύονται οι στεφανιαίες αρτηρίες) ειδικό διαγνωστικό καθετήρα. Η πρόσβαση στο κεντρικό αρτηριακό σύστημα γίνεται με την παρακέντηση μίας περιφερικής αρτηρίας (υπό τοπική αναισθησία) και την προώθηση μέσω αυτής ειδικού ατραυματικού στεφανιογραφικού σύρματος, επί του οποίου στη συνέχεια προωθείται ο διαγνωστικός καθετήρας και ακολούθως αποσύρεται το στεφανιογραφικό σύρμα. Τέλος ο διαγνωστικός καθετήρας με ειδικούς χειρισμούς τοποθετείται στο στόμιο της αριστερής και της δεξίας στεφανιαίας αρτηρίας και πραγματοποιείται η εξέταση. Στην περίπτωση που αυτό έχει ένδειξη μπορεί να πραγματοποιηθεί ενδοστεφανιαία παρέμαβση (αγγειοπλαστική – τοποθέτηση stent) στην ίδια συνεδρία.

Σήμερα στην πλειοψηφία των κέντρων η περιφερική αρτηρία που επιλέγεται για την αρχική πρόσβαση είναι μία αρτηρία στο δεξί άνω άκρο κοντά στον καρπό (κερκιδική αρτηρία). Σε περιπτώσεις ανατομικών δυσκολιών είναι δυνατή η πρόσβαση από το αντίπλευρο άνω άκρο ή από αρτηρία της βουβωνικής περιοχής κοντά στο (δεξί ή αριστερό) πόδι (μηριαία αρτηρία).

Η στεφανιογραφική μελέτη μπορεί να πραγματοποιηθεί σε επείγουσα βάση (επί οξέως εμφράγματος του μυοκαρδίου) ή σε προγραμματισμένα (στα πλαίσια διερεύνησης ύπαρξης στεφανιαίας νόσου ή προεγχειρητικά επί επικείμενης χειρουργικής αντιμετώπισης βαλβιδοπαθειών).

Η στεφανιογραφία διενεργείται σε χώρο οργανωμένο με ειδικό εξοπλισμό και εξειδικευμένο προσωπικό (νοσηλευτές, τεχνολόγοι) που ονομάζεται αιμοδυναμικό εργαστήριο και βρίσκεται συνήθως εγκατεστημένο σε νοσοκομειακές μονάδες. Το αποτέλεσμα της εξέτασης σήμερα καταγράφεται σε ψηφιακά μέσα – παλαιότερα καταγραφόταν σε ειδικά φιλμ.

Όπως κάθε επεμβατική εξέταση συνοδεύεται από κινδύνους οι οποίοι όμως υπερνικούνται από το προσδωκόμενο όφελος. Τυπικά οι κίνδυνοι αυτοί σχετίζονται με επιπλοκές από το σημείο πρόσβασης (αιμορραγία ή/και αιμάτωμα από την παρακέντηση της περιφερικής αρτηρίας), την προώθηση των απαραίτητων υλικών από την περιφέρεια στην αορτή και τα στεφανιαία αγγεία (διαχωρισμός, τρώση αγγείου, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο) και με την νεφροτοξικότητα του σκιαγραφικού μέσου ή την αλλεργική αντίδραση σε αυτό. Τέλος η εξέταση συνοδεύεται από τη χορήγηση ιονίζουσας ακτινοβολίας. Για να είναι αντιληπτή η τάξη μεγέθους πρόκειται για πιθανότητα μικρότερη από 0,1% για οξύ ιατρογενές στεφανιαίο επεισόδιο, 0,05 – 0,1 % για αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή κάτω από 0,05% θάνατο όταν πρόκειται για μεμονωμένη διαγνωστική δοκιμασία. Όπως ήδη σημειώθηκε ο κίνδυνος επιπλοκών είναι μικρότερος από τον κίνδυνους που υπάρχουν αν παραληφθεί η στεφανιογραφία, όταν αυτή έχει τεκμηριωμένη ένδειξη.