ΑΓΓΕΙΟΠΛΑΣΤΙΚΗ ΣΤΕΦΑΝΙΑΙΩΝ ΑΡΤΗΡΙΩΝ

ΑΓΓΕΙΟΠΛΑΣΤΙΚΗ ΣΤΕΦΑΝΙΑΙΩΝ ΑΡΤΗΡΙΩΝ – ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ STENT

Οι διαδερμικές στεφανιαίες επεμβάσεις (percutaneous coronary interventions) διενεργούνται για να αποκαταστήσουν μία στένωση ή απόφραξη του αυλού των στεφανιαίων αρτηριών. Των αγγείων εκείνων δηλαδή που μεταφέρουν οξυγονωμένο αίμα στον μυοκάρδιο.  Ιστορικά οι επεμβάσεις αυτές αρχικά περιλάμβαναν μόνον τη διαστολή (φούσκωμα) ενός ειδικού ασκού (μπαλόνι) εντός του αυλού του αγγείου και για το λόγο αυτό στη συνείδηση του κόσμου περιγράφονται συχνά ως «μπαλονάκι».

Από τη δεκαετία του 1970 που εισήχθη η μέθοδος μέχρι σήμερα τα τεχνικά μέσα που χρησιμοποιούνται έχουν παρουσιάσει αλματώδη ανάπτυξη. Πλέον, στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων τοποθετείται ένας σκελετός (ικρίωμα) από ειδικά κράματα που ονομάζεται stent (στεφανιαία ενδοπρόσθεση). Τα νεότερα stent αποτελούνται από ικρίωμα με λεπτότερη πλέξη και φέρουν ειδικές φαρμακευτικές ουσίες που αποτρέπουν την επαναστένωση (Drug Eluting Stents – DES) σε αντίθεση με τα παλαιότερα που δεν έφεραν φάρμακο (Bare Metal Stents – BMS). Οι ασθενείς στους οποίους τοποθετείται stent πρέπει να λαμβάνουν συνδυασμό αντιαιμοπεταλιακής αγωγή για μακρό διάστημα. Η ακριβής σύνθεση και διάρκεια της σταθμίζεται βάσει της ισορροπίας μεταξύ του εκτιμώμενου κινδύνου ισχαιμίας έναντι του κινδύνου για αιμορραγικά συμβάματα.

Πότε πραγματοποιείται

Οι διαδερμικές στεφανιαίες επεμβάσεις αποτελούν σωτήρια και επείγουσα παρέμβαση στην περίπτωση οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου (primary PCI – πρωτογενής αγγειοπλαστική). Τόσο παγκοσμίως όσο και στη χώρα μας η εισαγωγή προγραμμάτων πρωτογενούς αγγειοπλαστικής έχει μειώσει σημαντικά τον θάνατο από οξύ έμφραγμα, αλλά και τον αριθμό των ασθενών που αναπτύσσουν καρδιακή ανεπάρκεια μετά από οξύ έμφραγμα.

Η αγγειοπλαστική πραγματοποιείται επίσης σε τακτική βάση όταν ο συνδυασμός των ευρήματων από τη στεφανιογραφία και τις επεμεβατικές ή/και αναίμακτες λειτουργικές τεχνικές υποδεικνύουν ότι κρίσιμο τμήμα του μυοκαρδίου βρίσκεται σε κίνδυνο ισχαιμίας εξαιτίας σημαντικής στεφανιαίας νόσου ή ως τελευταίο μέσο για την αντιμετώπιση της στηθάγχης.

Στις περιπτώσεις εκτεταμένης στεφανιαίας νόσου, ιδιαίτερα σε διαβητικούς ασθενείς, ή στην περίπτωση που τα ανατομικά στοιχεία του στεφανιαίου δικτύου καθιστούν την αγγειοπλαστική δυσχερή ή αδύνατη τότε προτείνεται στον ασθενή να υποβληθεί σε χειρουργική αορτοστεφανιαία παράκαμψη (coronary artery bypass grafting – CABG – ή by-pass όπως έχει καθιερωθεί στην καθομιλουμένη) καθώς η ισορροπία κινδύνου/οφέλους συγκριτικά για τις δύο μεθόδους κλίνει υπέρ της χειρουργική παρέμβασης.

Πώς πραγματοποιείται

Η αγγειοπλαστική πραγματοποιείται σε ειδικά οργανωμένο χώρο που ονομάζεται αιμοδυναμικό εργαστήριο και είναι κατάλληλα εξοπλισμένος και στελεχωμένος με εξειδικευμένο προσωπικό. Πραγματοποιείται υπό τοπική αναισθησία. Προηγείται πάντοτε στεφανιογραφία (βλέπε σχετικό άρθρο). Συγκριτικά με τη στεφανιογραφία, η μόνη διαφορά που αντιλαμβάνεται ο ασθενής είναι η χρονική παράταση της διαδικασίας.

Κίνδυνοι

Οι πιθανές επιπλοκές της αγγειοπλαστικής είναι παρόμοιες με αυτές της στεφανιογραφίας, ωστόσο ποσοστιαία αυξημένες καθώς υπάρχει προώθηση υλικών και χειρισμοί εντός των στεφανιαίων αρτηριών. Οι ελάσσονες επιπλοκές αφορούν συνήθως το σημεία αγγειακής πρόσβασης (σημείο εισαγωγής των υλικών), από το σκιαγραφικό φάρμακο (αλλεργικές αντιδράσεις, επιδείνωση νεφρικής λειτουργίας – συνήθως αναστρέψιμη). Οι σημαντικές επιπλοκές περιλαμβάνουν αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, έμφραγμα μυοκαρδίου ή και θάνατο (συνολικά κάτω από σε προγραμματισμένα περιστατικά <1%).