ΚΑΤΑΛΥΣΗ ΚΟΛΠΙΚΗΣ ΜΑΡΜΑΡΥΓΗΣ

ΚΑΤΑΛΥΣΗ ΚΟΛΠΙΚΗΣ ΜΑΡΜΑΡΥΓΗΣ

Πρόκειται για μια επεμβατική πράξη η οποία διενεργείται σε ασθενείς που πάσχουν από κολπική μαρμαρυγή εφόσον ο θεράπων καρδιολόγος έχοντας λάβει υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κάθε ασθενούς αποφασίσει να ακολουθηθεί η στρατηγική ελέγχου συχνότητας.

Η κατάλυση κολπικής μαρμαρυγής (atrial fibrillation ablation) αναφέρεται συχνά και ως απομόνωση πνευμονικών φλεβών (pulmonary vein isolation). Για την πραγματοποίηση της διενεργείται παρακέντηση στελέχους περιφερικής φλέβας (μηριαία φλέβα). Ακολούθως ο επεμβατικός ηλεκτροφυσιολόγος προωθεί ειδικούς καθετήρες στο δεξιό κόλπο της καρδιάς (εκεί όπου καταλήγει δηλαδή το φλεβικό δίκτυο), διενεργεί διαφραγματοστομία (δημιουργεί δηλαδή μία μικρή οπή στο μεσοκολπικό διάφραγμα) και έτσι αποκτά πρόσβαση στον αριστερό κόλπο. Στο αριστερό κόλπο εκβάλουν οι πνευομονικές φλέβες (επιστρέφουν οξυγονωμένο αίμα από τους πνεύμονες στην καρδιά – οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν 4 πνευμονικές φλέβες). Ο ιατρός προωθεί τους ειδικούς καθετήρες εντός του άντρου των πνευμονικών φλεβών και εφαρμόζει τις θεραπείες. Οι θεραπείες αυτές αποσκοπούν στο να καταστρέψουν τα σημεία επαφής του ιστού του κολπικού μυοκαρδίου με αυτό των πνευμονικών φλεβών.

Σήμερα έχουμε στη διάθεση μας σειρά διαφορετικών τεχνικών για την πραγματοποίηση της απόμόνωσης των πενυμονικών φλεβών (pulmonary vein isolation – PVI). Πρώτη μέθοδος που εφαρμόσθηκε ήταν η χρήση κυκλοτερών καθετήρων που εφαρμόζουν ραδιοσυχνότητες στο άκρο τους (radiofrequency– RF). Πέραν της κατάλυσης με ραδιοσυχνότητες, εφαρμόζεται επίσης η κρυοκατάλυση με μπαλόνι (balloon cryoablation). Οι τεχνικές αυτές είναι γενικά ισοδύναμες. Η εμπειρία του χειριστή και οι ιδιαιτερότητες του κάθε ασθενή οδηγούν στην τελική επιλογή μεθόδου. Επιπλόεν, αναπτύσσονται και άλλες τεχνικές όπως αυτή της κατάλυσης με χρήση laser – οι οποίες διατηρούν όμως τη βασική θεραπευτική φιλοσοφία.

Η αποτελεσματικότητα της εφαρμογής κατάλυσης κολπικής μαρμαρυγής στη διατήρηση φλεβοκομβικού ρυθμού (η οποία ορίζεται αυστηρά ως απουσία οποιουδήποτε επεισοδίου κολπικής μαρμαρυγής) μετά τους πρώτους 2-3 μήνες από την επέμβαση ανέρχεται σε 60-70%. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να απαιτηθεί επαναληπτική επέμβαση. Τα οφέλη από την επέμβαση όσον αφορά την πιθανότητα διατήρησης φλεβοκομβικού ρυθμού είναι μεγαλύτερα όσο νωρίτερα πραγματοποιηθεί η επέμβαση στη φυσική πορεία της νόσου (διότι όσο το παρατεταμένο φορτίο κολπικής μαραμρυγής οδηγεί σε ηλεκτροανατομικές μεταβολές του μυοκαρδίου). Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια τα διαθέσιμα δεδομένα δείχνουν ότι οφέλη από την επέμβαση αυτή μπορεί να έχουν και ασθενείς στους οποίους δε θα υπάρξει επιτυχία με την έννοια της απόλυτης απουσίας της κολπικής μαρμαρυγής – αλλά τα οφέλη προκύπτουν από την μείωση της συμπτωματολογίας, τη μείωση του συνολικού φορτίου της κολπικής μαρμαρυγής (δηλαδή του ποσοστού του χρόνου κατά την οποία ο καρδιακός ρυθμός είναι κολπική μαρμαρυγή έναντι του φυσιολογικού φλεβοκόμβου)  και τη μείωση της καρδιακής συχνότητας.

Σημειώνεται ότι σήμερα η επίσημη ένδειξη της επέμβασης αναφέρεται σε ασθενείς με παροξυσμική κολπική μαρμαρυγή μετά την αποτυχία διατήρησης ρυθμού με φαρμακευτικά μέσα. Προβλέπεται ωστόσο και η εφαρμογή της ως πρώτης γραμμής θεραπεία μετά από επιλογή του ασθενούς. Σε κάθε περίπτωση οι αποφάσεις λαμβάνονται μετά από εξατομικευμένη αξιολόγηση των συμπτωμάτων, των ανατομικών χαρακτηριστικών και του ιστορικού του κάθε ασθενούς.

Οι επεμβάσεις κατάλυσεις κολπικής μαρμαρυγής είναι γενικά ασφαλείς επεμβάσεις, ωστόσο όπως σε κάθε επεμβατική πράξη υπάρχει κίνδυνος θανάτου (<0,2%), περιεπεμβατικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (<1%) και άλλων ελάσσονων επιπλοκών σε αντίστοιχα ποσοστά (~1-2%). Τα πιθανά οφέλη από την επέμβαση και οι κίνδυνοι αυτής συνοπολογίζονται πάντοτε πριν ληφθούν οι τελικές αποφάσεις.