ΑΟΡΤΙΚΗ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ

ΑΟΡΤΙΚΗ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ

Η αορτική βαλβίδα συνδέει την καρδιά με την συστηματική κυκλοφορία. Ειδικότερα συνδέει την αριστερή κοιλία με την αορτή. Η αορτή είναι η μεγαλύτερη αρτηρία της καρδιάς η οποία διοχετεύει οξυγονωμένο αίμα σε ολόκληρο το σώμα. Η αορτική βαλβίδα «ανοίγει» κατά την συστολή της αριστερής κοιλίας επιτρέποντας στο αίμα να προωθηθεί και ακολούθως -κατά την διαστολή της αριστερής κοιλίας – «κλείνει» τη  επιτρέποντας στον όγκο αίματος που μόλις εξώθησε να επιστρέψει στην αριστερή κοιλία. Αορτική ανεπάρκεια ονομάζεται η κατάσταση κατά την οποία υπάρχει επιστροφή αίματος προς την αριστερή κοιλία κατά την διαστολή αυτής.  Επί αορτικής ανεπάρκειας η κλινική εξέταση του ασθενούς αναδεικνύει σημεία τα οποία οδηγούν στην υποψία (ακρόαση καρδιάς, ιδιαίτερα χαρακτηριστικά στον σφυγμό κ.α.) η οποία επιβεβαιώνεται με υπερηχογράφημα.

Στις περιπτώσεις που η αορτική ανεπάρκεια παρουσιασθεί σταδιακά τότε η καρδιά προσαρμόζεται με συνέπεια η διάγνωση να ξεφεύγει μέχρι να εμφανισθούν συμπτώματα. Η αριστερή κοιλία ανταποκρίνεται αρχικά με πάχυνση των τοιχωμάτων της διατηρώντας στο ακέραιο την συστολική της απόδοση. Σταδιακά όμως, η αντιρρόπηση παύει να είναι αποτελεσματική, η αριστερή κοιλία διατείνεται, μειώνεται το κλάσμα εξώθησης αυτής και τελικά προκαλείται σφαιροειδής αναδιαμόρφωση της.

Αιτιολογία

Η αορτική ανεπάρκεια μπορεί να παρουσιαστεί ως εκφυλιστικό νόσημα (γήρανση), σε έδαφος δίπτυχης αορτικής βαλβίδας – συνολικά οι δύο αυτές περιπτώσεις περιλαμβάνουν 2 στους 3 ασθενείς. Μπορεί να παρουσιασθεί επίσης σε έδαφος ρευματικού πυρετού, μετά από χρήση συγκεκριμένων φαρμάκων (π.χ. ανορεξιογόνα), επί προσθετικής αορτικής βαλβίδας (παραβαλβίδικη ανεπάρκεια), μετά από τραύμα, στα πλαίσια λοιμώδους ενδοκαρδίτιδας ή στα πλαίσια αορτικών συνδρόμων – οι δύο τελευταίες περιπτώσεις αφορούν την οξεία αορτική ανεπάρκεια.

Προσδόκιμο Επιβίωσης

Η επιβίωση των ασθενών με ασυμπτωματική σοβαρή ανεπάρκεια αορτικής βαλβίδος ανέρχεται περίπου στο 50% στα 10 έτη μετά τη διάγνωση, ενώ 3 στους 4 δεν θα εμφανίσουν συμπτώματα μέχρι και 7 έτη μετά τη διάγνωση. Ωστόσο, η εμφάνιση συμπτωμάτων συνδέεται με σημαντικά μειωμένο προσδόκιμο επιβίωσης (περίπου 2 χρόνια, η επιβίωση στα 4 χρόνια υπολογίζεται σε 30%).

Θεραπεία Αορτικής Ανεπάρκειας

Η αντιμετώπιση της χρόνιας αορτικής ανεπάρκειας είναι η αντικατάσταση της βαλβίδας, η οποία γίνεται κατά κανόνα χειρουργικά (σε επιλεγμένες περιπτώσεις είναι δυνατή η αναίμακτη εμφύτευση αορτικής βαλβίδας). Ο τύπος της βαλβίδας (βιοπροσθετική ή μεταλλική) καθορίζεται κυρίως από την ηλικία του ασθενή αλλά και από πιθανή συνύπαρξη νοσημάτων που απαιτούν την χρόνια λήψη αντιπηκτικής αγωγής.

Στην περίπτωση που ο ασθενής έχει ήδη παρουσιάσει συμπτώματα κατά τη στιγμή της διάγνωσης, τότε η καρδιοχειρουργική παρέμβαση προγραμματίζεται άμεσα. Στην περίπτωση που ο ασθενής είναι ασυμπτωματικός τότε παρακολουθείται ανά τακτά διαστήματα από τον καρδιολόγο βάσει της βαρύτητας του – ανά διετία, έτος ή ακόμα και ανά 3-6 μήνες. Η απόφαση για αντικατάσταση της βαλβίδας λαμβάνεται όταν επηρεαστεί η λειτουργικότητα ή/και οι διαστάσεις της αριστερής κοιλίας (διαχρονική παρακολούθηση μέσω υπερηχοκαρδιογραφήματος). Ενώ στην περίπτωση που κριθεί ότι ο ασθενής πρέπει να υποβληθεί σε καρδιοχειρουργική παρέμβαση για άλλο λόγο (π.χ. στεφανιαία νόσος, ανευρυσματική διάταση της ανιούσας αορτής) τότε μαζί με την επέμβαση αυτή πραγματοποιείται και η αντικατάσταση της βαλβίδας.

Είναι σημαντικό να διακρίνουμε την χρονία από την οξεία αορτική ανεπάρκεια καθώς η τελευταία αποτελεί μια (ύπερ)επείγουσα κατάσταση δυνητικά απειλητική για τη ζωή η οποία αντιμετωπίζεται συνήθως χειρουργικά.