ΑΟΡΤΙΚΗ ΣΤΕΝΩΣΗ

ΑΟΡΤΙΚΗ ΣΤΕΝΩΣΗ

Η αορτική βαλβίδα συνδέει την αριστερή κοιλία με την ανιούσα αορτή, δλδ την κεντρική αρτηρία του ανθρωπίνου σώματος. Φυσιολογικά το στόμιο έχει επιφάνεια 3-4 cm2, όταν το εμβαδό του στομίου της είναι μικρότερο τότε ομιλούμε για στένωση αορτικής βαλβίδας ή απλά αορτική στένωση. Όταν μάλιστα το εμβαδό του στομίου είναι μικρότερο από 1 cm2, τότε ομιλούμε για σοβαρή αορτική στένωση, η οποία συνήθως συνοδεύεται με συμπτωματολογία.

Η αορτική στένωση αποτελεί μία από τις συχνότερες βαλβιδοπάθειες του δυτικού κόσμου. Πρόκειται συνήθως για εκφυλιστική βαλβιδοπάθεια (επέρχεται δηλαδή με την πάροδο της ηλικία), συνδέεται συχνότερα με δίπτυχη αορτική βαλβίδα) ενώ στο παρελθόν πρώτη αιτία ήταν ο ρευματικός πυρετός.

Η φυσική πορεία της αορτικής στένωσης είναι συνήθως μακρά και σιωπηλή. Η κλινική εμφάνιση μπορεί να περιλαμβάνει στηθάγχη, συγκοπή ή/και καρδιακή ανεπάρκεια. Συνήθως τα συμπτώματα παρουσιάζονται στην 7η ή 8η δεκαετία της ζωής (ή στην 4η ή 5ή όταν συνδέεται με δίπτυχη αορτική βαλβίδα). Η μετρίου βαθμού αορτική στένωση υπολογίζεται ότι θα εξελιχθεί σε σοβαρή στο 50% των ασθενών εντός 5 ετών.

Η εμφάνιση συμπτωμάτων αποτελεί κομβικό σημείο καθώς το προσδόκιμο του ασθενούς μειώνεται δραματικά, αν δεν υπάρξει θεραπεία. Παραδοσιακές μελέτες υπολογίζουν την επιβίωση σε 2-5 έτη για την συμπωματική σοβαρή αορτική στένωση, αν αυτή αντιμετωπισθεί μόνο με φάρμακα. Ωστόσο, αν η βαλβίδα αντικατασταθεί τότε η εκτιμώμενη επιβίωση του ασθενούς επιστρέφει περίπου στα πρότερα επίπεδα, σαν να μην υπήρχε η στένωση αορτής. Η διάγνωση και παρακολούθηση του ασθενούς γίνεται μέσω υπερηχοκαρδιογραφίας. Σε συγκεκριμένες καταστάσεις για την ορθή διάγνωση μπορεί να απαιτηθεί η διενέργεια stress-υπερηχοκαρδιογραφίας για τον ακριβή προσδιορισμό της βαρύτητας της στένωσης.

Επιπλέον υπάρχουν ορισμένες υποπεριπτώσεις στις οποίες προχωράμε σε αντικατάσταση της αορτικής βαλβίδας, ακόμα και αν δεν έχουν εμφανισθεί συμπτώματα. Αυτό συμβαίνει όταν έχει διαγνωσθεί σοβαρού βαθμού στένωση αορτικής βαλβίδας με συνοδό έκπτωση της λειτουργίας της αριστερής κοιλίας ή όταν προκύψουν σημαντικά ευρήματα κατά τη διενέργεια stress-echo (εμφάνιση συμπτωμάτων ή πτώση της αρτηριακής πίεσης).

Η αντικατάσταση της αορτικής βαλβίδας παραδοσιακά πραγματοποιείται χειρουργικά από καρδιοχειρουργό. Στη θέση της φυσικής βαλβίδας τοποθετείται μία προσθετική μηχανική, κατά κανόνα σε ασθενείς νεότερους των 60-65 ετών, ή μία βιοπροσθετική. Οι γλωχίνες των βιοπροσθετικών βαλβίδων αποτελούνται από χοίρειο ή βόειο περικάρδιο, έχουν όμως μικρότερη διάρκεια ζωής από τις μηχανικές. Στον αντίποδα, μειονέκτημα των μηχανικών βαλβίδων είναι η ανάγκη χορήγησης αντιπηκτικής αγωγής εφόρου ζωής.

Πέραν της, κλασικής, χειρουργικής αντικατάστασης αορτικής βαλβίδας είναι δυνατή η «αναίμακτη αντικατάσταση» της από τους επεμβατικούς καρδιολόγους. Η μέθοδος αυτή καλείται διαδερμική εμφύτευση (αντικατάσταση) αορτικής βαλβίδας – TAVI ή TAVR (βλέπε σχετικό άρθρο). Η TAVI εισήχθη αρχικά μόνον για ασθενείς που κρίνονταν ανεγχείρητοι ή πολύ υψηλού διεγχειρητικού κινδύνου. Πρόσφατα δεδομένα από μεγάλες κλινικές μελέτες επεκτείνουν σταδιακά το φάσμα των ασθενών στους οποίους απευθύνεται η TAVI.