ΜΥΟΚΑΡΔΙΤΙΔΑ​

ΜΥΟΚΑΡΔΙΤΙΔΑ

Μυοκαρδίτιδα καλείται η προσβολή του μυοκαρδίου από διάφορους λοιμώδεις (ή μη) παράγοντες. Η «βέβαιη» διάγνωση της μυοκαρδίτιδας τίθεται από ένα συνδυασμό ιστολογικών, ανοσοϊστοχημικών  και ανοσολογικών κριτηρίων (απαιτείται βιοψία μυοκαρδίου). Ωστόσο στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων περιοριζόμαστε  σε αυτό που καλείται «πιθανή» διάγνωση βάσει της κλινικής εικόνας (σημεία και συμπτώματα), των εργαστηριακών (ένζυμα μυοκαρδιακής νέκρωσης) και απεικονιστικών και ηλεκτροκαρδιογραφικών ευρημάτων. Στην κλινική πράξη, η κυριότερη διαγνωστική εξέταση είναι η μαγνητική τομογραφία καρδιάς (MRI καρδιάς – CMR) στην οποία αναγνωρίζεται χαρακτηριστικό πρότυπο.

Οι ιογενείς λοιμώξεις αποτελούν τον κυριότερο προκλητικό παράγοντα μυοκαρδίτιδας. Παλαιότερα οφειλόταν στις περισσότερες περιπτώσεις σε αδενοιούς ή εντεροιούς (π.χ. Cocsakie). Σήμερα θεωρείται ότι οι ιογενείς μυοκαρδίτιδες οφείλονται συχνότερα σε ερπητοιούς (π.χ. HHV-6, CMV) και στον παρβοιό Β-19 (parvoB19). Επιπλέον, πρέπει να αναφερθεί ότι οι κορωνοϊοί (π.χ. SARS-CoV-2) μπορούν επίσης να προκαλέσουν μυοκαρδίτιδα – αν και η επιβάρυνση του μυοκαρδίου στα πλαίσια νόσου COVID-19 μπορεί να έχει πολλαπλές αιτίες.

Ο ακριβής μηχανισμός της προσβολής του μυοκαρδίου στις περιπτώσεις ιογενούς μυοκαρδίτιδας δεν έχει διασαφηνιστεί πλήρως. Ασφαλώς, υπάρχουν ορισμένες θεωρητικές υποθέσεις, με επικρατέστερη αυτή της ανοσολογικής απάντησης απέναντι στον λοιμογόνο παράγοντα. Στην περίπτωση που η αντίδραση του οργανισμού οδηγήσει με επιτυχία στην πλήρη απομάκρυνση του ιού από το μυοκάρδιο τότε οι αρνητικές διεργασίες που ακολουθούν την εισβολή αναστρέφονται σταδιακά. Αν όμως αυτό δε καταστεί εφικτό, τότε η συνεχής φλεγμονώδης απόκριση μπορεί να οδηγήσει τελικά στην ίνωση, διάταση και αναδιαμόρφωση της αριστερής κοιλίας με κλινικό αποτέλεσμα την διατατική μυοκαρδιοπάθεια. Το γεγονός ότι η προσβολή του μυοκαρδίου επί των ιώσεων αυτών δε συμβαίνει σε όλους τους ανθρώπους, αλλά και το ότι έχει παρατηρηθεί «οικογενειακή συρροή», υποδεικνύει υπάρχει γονιδιακό υπόστρωμα σε αυτούς που τελικά προσβάλλονται.

Στη θεραπεία της μυοκαρδίτιδας σημαντικό ρόλο έχει η ανάπαυση του ασθενούς (η μη τήρηση της μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση του ιικού φορτίου και την αύξηση της θνητότητας). Η αποφυγή της άσκησης συστήνεται σε όλους τους ασθενείς για 6 μήνες. Αν μετά το διάστημα αυτό η καρδιακή λειτουργία είναι φυσιολογική, ο ασθενής παρακολουθείται περιοδικά σε αραιά διαστήματα μέχρι και 3 έτη μετά το επεισόδιο για να αποκλειστούν όψιμες επιπλοκές (διατατική μυοκαρδιοπάθεια ή καρδιακή ανεπάρκεια με φυσιολογικό κλάσμα εξωθήσεως αριστερής κοιλίας).

Η φαρμακευτική θεραπεία εξαρτάται από την κλινική εικόνα και τα τοπικά πρωτόκολλα των νοσοκομείων. Στην περίπτωση που υπάρχει έκπτωση του κλάσματος εξωθήσεως, χορηγείται φαρμακευτική αγωγή (β-αδρενεργικοί αποκλειστές, αναστολείς μετατρεπτικού ενζύμου αγγειοτενσίνης, διουρητικά, αναστολείς αλατοκορτικοειδών). Για τις περιπτώσεις που το κλάσμα εξώθησης είναι φυσιολογικό, δεν υπάρχει ομοφωνία για το όφελος χρήση της ως άνω αγωγής, με εξαίρεση ίσως τους β-αποκλειστές.