ΣΥΓΚΟΠΗ

ΠΑΡΟΔΙΚΗ ΑΠΩΛΕΙΑ ΣΤΝΕΙΔΗΣΗΣ – ΣΥΓΚΟΠΗ

Η παροδική απώλεια συνείδησης (Transient Loss of Consciousness – TLOC) αποτελεί μία από τις πιο άσχημες καταστάσεις που μπορεί να βιώσει ένα άτομο. Χαρακτηρίζεται από μικρή διάρκεια, απώλεια μνήμης σχετικά με το συμβάν, απώλεια ανταπόκρισης στα εξωτερικά ερεθίσματα και διαταραχή ελέγχου της κίνησης. Ένα επεισόδιο απώλειας συνείδησης μπορεί να οφείλεται σε συγκοπή, σε επιληπτική κρίση ή σε ψυχογενές επεισόδιο.

Ο καρδιολόγος ασχολείται με τα περιστατικά εκείνα που αντιστοιχούν στις περιπτώσεις συγκοπής, αυτό που συχνά στην καθομιλουμένη αποκαλείται λιποθυμικό επεισόδιο. Δηλαδή σε ένα επεισόδιο παροδικής απώλειας συνείδησης το οποίο επιπλέον χαρακτηρίζεται από αιφνίδια εισβολή, ακολουθείται από αυτόματη και πλήρη ανάταξη και οφείλεται σε εγκεφαλική υποάρδευση (δηλαδή μειωμένη παροχή οξυγονωμένου αίματος προς τον εγκέφαλο). Για να συμβεί αυτό αρκούν 6 έως 8 δευτερόλεπτα χαμηλής αρτηριακής πίεσης (50-60 mmHg) στο επίπεδο της αορτής (της κεντρικής αρτηρίας που ξεκινάει από την καρδιά), που αντιστοιχεί σε ακόμα μικρότερη πίεση στο επίπεδο των αρτηριών του εγκεφάλου (30-45 mmHg). Προσυγκοπή καλούμε η κατάσταση που προηγείται της συγκοπής, αλλά δεν καταλήγει πάντα σε αυτήν.

Η συγκοπή περεταίρω ταξινομείται σε ορθοστατικήνευρογενή – αντανακλαστική και σε καρδιογενή. Η επείγουσα διερεύνηση ενός συγκοπτικού επεισοδίου είναι ιδιαίτερα σημαντική, διότι σε ένα 10% των περιπτώσεων ακολουθεί μείζον δυσμενές σύμβαμα εντός των επόμενων 7-30 ημερών, αν δεν μεσολαβήσει ιατρική φροντίδα. Μάλιστα περιγράφεται ότι τα προσυγκοπτικά επεισόδια έχουν τον ίδιο απώτερο κίνδυνο με τα συγκοπτικά επεισόδια. Η αποκάλυψη του αιτίου της συγκοπής είναι συχνά μια επίπονη διαδικασία ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που δεν τίθεται οριστική διάγνωση.

Η διαγνωστική προσπέλαση περιλαμβάνει τη λήψη αναλυτικού ιατρικού ιστορικού, την κλινική εξέταση (συμπεριλαμβανομένης δοκιμασίας ορθοστάτισης ή/και πλήξης καρωτιδικού κόλπου), τη διενέργεια ηλεκτροκαρδιογραφήματος (ηρεμίας ή/και 24ωρο Holter ρυθμού), υπερηχοκαρδιογραφήματος, δοκιμασία κόπωσης και τη διενέργεια αιματολογικών εξετάσεων. Επί ενδείξεων μπορεί να απαιτηθεί η παρατεταμένη παρακολούθηση του καρδιακού ρυθμού μέσω εμφύτευσης ειδικής συσκευής τύπου loop recorder. Αναλόγως των ευρημάτων μπορεί να απαιτηθεί η πραγματοποίηση στεφανιογραφίας ή ηλεκτροφυσιολογικής μελέτης. Οι εξετάσεις αυτές πραγματοποιούνται κλιμακωτά βάσει αλγορίθμων βάσει των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών κάθε ασθενούς και μέχρι την ανάδειξη της τελικής διάγνωσης.

Η ορθοστατική και η νευρογενής-αντανακλαστική συγκοπή αποτελούν καλοήθεις μορφές. Δεν συντρέχει ιδιαίτερος λόγος ανησυχίας και η τροποποίηση της συμπεριφοράς του ασθενούς είναι στις περισσότερες περιπτώσεις η θεραπεία. Δηλαδή ο ασθενής πρέπει να αποφεύγει να σηκώνεται απότομα από καθιστή θέση, να αναγνωρίζει τα πρόδρομα συμπτώματα ώστε να προλάβει να έρθει σε καθιστή ή ύπτια θέση αποφεύγοντας τελικά τη συγκοπή, να «εκπαιδευτεί» στη διενέργεια ορισμένων ασκήσεων που βοηθούν στην πρόληψη τέτοιων επεισοδίων επί παρατεταμένης ορθοστασίας, να είναι καλά ενυδατωμένος, να αποφεύγει πολύ θερμά ντουζ, να αποφεύγει ή να προφυλάσσεται από γνωστά εκλυτικά αίτια (π.χ. έντονα επώδυνα ερεθίσματα, έντονος φόβος, παρατεταμένη ορθοστάτιση). Τέλος, σε συνεργασία με τον θεράποντα ιατρό πρέπει να τροποποιηθεί η φαρμακευτική αγωγή ώστε να μην επιδεινώνει το φαινόμενο – σε ορισμένες περιπτώσεις δίδεται φαρμακευτική αγωγή ειδική για την αντιμετώπιση αυτών των επεισοδίων (φλουφροκορτιζόνη ή μιδροδρίνη).

Η καρδιογενής συγκοπή, μπορεί να οφείλεται πρακτικά σε ολόκληρο το εύρος των καρδιαγγειακών παθήσεων όπως οξέα στεφανιαία σύνδρομα (που στην πράξη αντιστοιχούν περιορισμό της ροής αίματος στις στεφανιαίες αρτηρίες), διαταραχές αγωγής του συστήματος αγωγής της καρδίας (δηλαδή του ηλεκτρικού δικτύου μέσω του οποίου επικοινωνούν μεταξύ τους τα κύτταρα της καρδιάς), πνευμονική εμβολή, οξύς διαχωρισμός αορτής, βαλβιδοπάθειες, κακοήθεις αρρυθμίες, καναλοπάθειες, συγγενείς καρδιοπάθειες κ.α. Πολλές από αυτές τις καταστάσεις είναι απειλητικές για τη ζωή.  Μπορεί να εισέβαλαν αιφνιδίως (π.χ. έμφραγμα μυοκαρδίου ή πλήρης κολποκοιλιακός αποκλεισμός) ή να προϋπήρχαν διαγνωσμένα ή μη (π.χ. σοβαρή στένωση αορτικής βαλβίδας, χρόνια στεφανιαία σύνδρομα). Η διάγνωση γίνεται σε επείγουσα βάση και ακολουθεί η κατάλληλη αντιμετώπιση ανάλογα με την περίπτωση.