Ο βηματοδότης αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ιατρικές καινοτομίες στον τομέα της καρδιολογίας. Χάρη σε αυτή τη μικρή αλλά ισχυρή συσκευή, χιλιάδες ασθενείς σε όλο τον κόσμο ζουν πλέον με σταθερό καρδιακό ρυθμό και σημαντικά βελτιωμένη ποιότητα ζωής. Αλλά τι ακριβώς είναι ο βηματοδότης; Σε ποιες περιπτώσεις είναι απαραίτητη η εμφύτευσή του; Και τι πρέπει να γνωρίζει κάποιος που ζει με αυτόν;
Τι είναι ο βηματοδότης;
Ο βηματοδότης είναι μια ηλεκτρονική συσκευή που εμφυτεύεται κάτω από το δέρμα, συνήθως στην περιοχή κάτω από την κλείδα, και έχει ως βασική λειτουργία τη ρύθμιση του καρδιακού ρυθμού. Η συσκευή αποτελείται από μία γεννήτρια παλμών και ένα ή δύο ηλεκτρόδια που τοποθετούνται μέσα στις κοιλότητες της καρδιάς. Ο ρόλος του βηματοδότη είναι να στέλνει ηλεκτρικά σήματα στην καρδιά όταν ανιχνεύει ότι ο φυσιολογικός ρυθμός έχει διαταραχθεί ή επιβραδυνθεί επικίνδυνα.
Πότε χρειάζεται κάποιος βηματοδότη;
Η βασική ένδειξη για την τοποθέτηση βηματοδότη είναι η ύπαρξη βραδυκαρδίας, δηλαδή ένας καρδιακός ρυθμός που είναι τόσο αργός ώστε δεν μπορεί να εξασφαλίσει την απαραίτητη αιμάτωση των οργάνων. Αυτό μπορεί να οφείλεται σε δυσλειτουργία του φλεβοκόμβου (ο φυσικός βηματοδότης της καρδιάς) ή σε διαταραχές της αγωγιμότητας, όπως το σύνδρομο φλεβοκολπικής δυσλειτουργίας ή ο πλήρης κολποκοιλιακός αποκλεισμός.
Ορισμένα από τα συχνότερα συμπτώματα που μπορεί να υποδηλώνουν την ανάγκη για βηματοδότη είναι:
- Επεισόδια λιποθυμίας (συγκοπής) χωρίς εμφανή αιτία
- Ζάλη ή αίσθημα επικείμενης λιποθυμίας
- Κόπωση που δεν δικαιολογείται από άλλες αιτίες
- Δύσπνοια ή αίσθημα “παύσης” της καρδιάς
Η τελική απόφαση για εμφύτευση βηματοδότη βασίζεται στον συνδυασμό των συμπτωμάτων, των ευρημάτων στο ηλεκτροκαρδιογράφημα, των αποτελεσμάτων από παρακολούθηση Holter ρυθμού 24ώρου και πιθανόν από εξειδικευμένα τεστ όπως η ηλεκτροφυσιολογική μελέτη.

Είδη βηματοδότη και τεχνολογική πρόοδος
Σήμερα υπάρχουν διάφοροι τύποι βηματοδοτών, ανάλογα με τις ανάγκες του ασθενούς. Οι μονοεστιακοί βηματοδότες διεγείρουν μόνο μία καρδιακή κοιλότητα, ενώ οι διεστιακοί διεγείρουν τόσο τον κόλπο όσο και την κοιλία, εξασφαλίζοντας πιο φυσιολογικό συγχρονισμό. Ειδικές περιπτώσεις περιλαμβάνουν τους βηματοδότες αμφικοιλιακής διέγερσης για ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια (φέρουν τρία ηλεκτρόδια), καθώς και τους βηματοδότες χωρίς καλώδια, που τοποθετούνται απευθείας μέσα στην καρδιά μέσω καθετήρα.
Η τεχνολογία εξελίσσεται συνεχώς, με βηματοδότες μικρότερου μεγέθους, μεγαλύτερης διάρκειας ζωής και με δυνατότητα ασύρματης παρακολούθησης από απόσταση.
Η διαδικασία εμφύτευσης
Η εμφύτευση βηματοδότη είναι μια σχετικά σύντομη και ασφαλής επέμβαση, που πραγματοποιείται υπό τοπική αναισθησία. Ο ασθενής δεν χρειάζεται γενική νάρκωση και συνήθως παραμένει στο νοσοκομείο για μία ημέρα.
Κατά τη διάρκεια της επέμβασης, ο καρδιολόγος εισάγει το ηλεκτρόδιο μέσω φλέβας και το τοποθετεί στις κατάλληλες κοιλότητες της καρδιάς. Στη συνέχεια, η γεννήτρια παλμών συνδέεται με τα ηλεκτρόδια και τοποθετείται κάτω από το δέρμα. Η λειτουργία της συσκευής δοκιμάζεται και προγραμματίζεται ανάλογα με τις ανάγκες του ασθενούς.
Η ζωή με βηματοδότη: Τι πρέπει να γνωρίζετε
Η καθημερινότητα με βηματοδότη είναι απολύτως φυσιολογική για τους περισσότερους ασθενείς. Η συσκευή δεν επηρεάζει τις συνήθεις δραστηριότητες, ούτε αποτελεί περιοριστικό παράγοντα στην εργασία, την άσκηση ή τα ταξίδια.
Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένα σημεία που αξίζουν προσοχής:
- Οι τακτικοί έλεγχοι είναι απαραίτητοι για την παρακολούθηση της λειτουργίας της συσκευής και της κατάστασης των ηλεκτροδίων. Αυτοί γίνονται συνήθως κάθε 6 μήνες ή και πιο συχνά, εάν χρειάζεται.
- Ο ασθενής πρέπει να αποφεύγει μαγνητικά πεδία υψηλής ισχύος (π.χ. ισχυρούς μαγνήτες, ηλεκτροσυγκολλήσεις, ορισμένους τύπους απεικονιστικών εξετάσεων όπως η μαγνητική τομογραφία, εκτός αν έχει τοποθετηθεί συμβατός βηματοδότης).
- Πριν από κάθε ιατρική ή οδοντιατρική πράξη, ο ασθενής οφείλει να ενημερώνει για την ύπαρξη βηματοδότη.
- Συνιστάται η αποφυγή έντονων χτυπημάτων ή πίεσης στο σημείο εμφύτευσης.
Τι αλλάζει στη ζωή του ασθενή μετά την εμφύτευση βηματοδότη;
Το σημαντικότερο στοιχείο που αλλάζει είναι η αίσθηση ασφάλειας. Ασθενείς που προηγουμένως βίωναν λιποθυμικά επεισόδια ή χρόνια κόπωση λόγω βραδυκαρδίας ανακτούν τη λειτουργικότητά τους και την ενεργητικότητά τους. Πολλοί ασθενείς δηλώνουν ότι “νιώθουν ξανά ζωντανοί”, καθώς η σταθεροποίηση του καρδιακού ρυθμού επαναφέρει την οξυγόνωση και την αιμάτωση του οργανισμού στα φυσιολογικά επίπεδα.
Επίσης υπάρχει και η συναισθηματική πλευρά. Η αποδοχή της παρουσίας ενός τεχνητού μηχανισμού στον οργανισμό μπορεί αρχικά να προκαλέσει άγχος. Ωστόσο, με την κατάλληλη ενημέρωση και υποστήριξη, οι περισσότεροι προσαρμόζονται πλήρως.
Ο βηματοδότης είναι μια σύγχρονη ιατρική λύση που σώζει ζωές και βελτιώνει ουσιαστικά την καθημερινότητα των ασθενών με σοβαρές αρρυθμίες. Η σωστή διάγνωση, η εμπιστοσύνη στον θεράποντα καρδιολόγο και η τακτική παρακολούθηση είναι τα βασικά στοιχεία για μια ομαλή ζωή με βηματοδότη.
Γράφει ο Δημήτριος Βραχάτης, Επεμβατικός Καρδιολόγος – Αρρυθμιολόγος, Διδάκτωρ Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.