Βραδυκαρδία: πότε είναι φυσιολογική και πότε χρειάζεται έλεγχο;

Ακούστε το σώμα σας και συμβουλευτείτε τον καρδιολόγο σας

Βραδυκαρδία: πότε είναι φυσιολογική και πότε χρειάζεται έλεγχο;

Ο καρδιακός ρυθμός αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους δείκτες της λειτουργίας του καρδιαγγειακού συστήματος. Σε έναν υγιή ενήλικα, ο φυσιολογικός καρδιακός ρυθμός σε κατάσταση ηρεμίας κυμαίνεται συνήθως μεταξύ 60 και 100 παλμών ανά λεπτό. Ωστόσο, υπάρχουν περιπτώσεις όπου οι παλμοί είναι χαμηλότεροι από αυτό το εύρος χωρίς απαραίτητα να υποδηλώνεται κάποιο πρόβλημα. Αυτή η κατάσταση ονομάζεται βραδυκαρδία και συχνά δημιουργεί ερωτήματα και ανησυχία στους ασθενείς.

Η βραδυκαρδία δεν αποτελεί πάντα παθολογικό εύρημα. Σε πολλές περιπτώσεις μπορεί να είναι απολύτως φυσιολογική και να σχετίζεται με καλή φυσική κατάσταση ή με φυσιολογικές λειτουργίες του οργανισμού, όπως ο ύπνος. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν περιπτώσεις όπου η βραδυκαρδία μπορεί να αποτελεί ένδειξη διαταραχής στο ηλεκτρικό σύστημα της καρδιάς ή άλλης υποκείμενης πάθησης. Για τον λόγο αυτό, είναι σημαντικό να γνωρίζουμε πότε ένας χαμηλός καρδιακός ρυθμός είναι φυσιολογικός και πότε χρειάζεται περαιτέρω καρδιολογική αξιολόγηση.

Τι είναι η βραδυκαρδία;

Ο όρος βραδυκαρδία χρησιμοποιείται για να περιγράψει έναν καρδιακό ρυθμό μικρότερο από 60 παλμούς ανά λεπτό σε κατάσταση ηρεμίας. Ο ρυθμός της καρδιάς ελέγχεται από το ηλεκτρικό σύστημα αγωγιμότητας, το οποίο ξεκινά από τον φλεβόκομβο, τον φυσικό βηματοδότη της καρδιάς. Ο φλεβόκομβος παράγει ηλεκτρικά ερεθίσματα που προκαλούν τη σύσπαση της καρδιάς και εξασφαλίζουν την ομαλή κυκλοφορία του αίματος σε ολόκληρο το σώμα.

Όταν η παραγωγή ή η μετάδοση αυτών των ηλεκτρικών ερεθισμάτων γίνεται πιο αργά, ο καρδιακός ρυθμός μειώνεται και εμφανίζεται βραδυκαρδία. Η μείωση αυτή μπορεί να είναι φυσιολογική προσαρμογή του οργανισμού ή αποτέλεσμα παθολογικής διαταραχής.

Πότε η βραδυκαρδία είναι φυσιολογική;

Σε πολλές περιπτώσεις η βραδυκαρδία δεν αποτελεί πρόβλημα αλλά φυσιολογικό εύρημα. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι αθλητές αντοχής. Τα άτομα που ασκούνται συστηματικά αναπτύσσουν μια καρδιά πιο αποδοτική, η οποία μπορεί να αντλεί περισσότερο αίμα με κάθε παλμό. Ως αποτέλεσμα, η καρδιά χρειάζεται λιγότερους παλμούς για να καλύψει τις ανάγκες του οργανισμού, και αυτό προκαλεί χαμηλότερο καρδιακό ρυθμό σε κατάσταση ηρεμίας.

Επίσης, η βραδυκαρδία εμφανίζεται φυσιολογικά κατά τη διάρκεια του ύπνου. Κατά τη φάση της ξεκούρασης ενεργοποιείται περισσότερο το παρασυμπαθητικό νευρικό σύστημα, το οποίο μειώνει τον καρδιακό ρυθμό και επιτρέπει στον οργανισμό να ανακάμψει από την καθημερινή δραστηριότητα.

Σε νεότερα άτομα ή σε άτομα με καλή φυσική κατάσταση μπορεί επίσης να παρατηρηθούν παλμοί κοντά στους 50 ανά λεπτό χωρίς να υπάρχει κάποιο πρόβλημα, εφόσον δεν υπάρχουν συμπτώματα και η συνολική καρδιολογική εικόνα είναι φυσιολογική.

βραδυκαρδία  man in cardiologist

Πότε η βραδυκαρδία θεωρείται παθολογική;

Παρόλο που συχνά είναι φυσιολογική, η βραδυκαρδία μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να αποτελεί ένδειξη διαταραχής στο ηλεκτρικό σύστημα της καρδιάς. Όταν ο καρδιακός ρυθμός είναι πολύ χαμηλός ή όταν συνοδεύεται από συμπτώματα, χρειάζεται περαιτέρω αξιολόγηση.

  • Μία από τις συχνότερες αιτίες παθολογικής βραδυκαρδίας είναι η δυσλειτουργία του φλεβοκόμβου, γνωστή και ως σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβου. Σε αυτή την περίπτωση ο φυσικός βηματοδότης της καρδιάς δεν λειτουργεί σωστά και παράγει ηλεκτρικά ερεθίσματα με χαμηλότερη συχνότητα.
  • Άλλη αιτία μπορεί να είναι ο κολποκοιλιακός αποκλεισμός, μια διαταραχή στην αγωγή των ηλεκτρικών σημάτων από τους κόλπους προς τις κοιλίες της καρδιάς. Όταν η αγωγή αυτή καθυστερεί ή διακόπτεται, ο καρδιακός ρυθμός μπορεί να μειωθεί σημαντικά.
  • Η βραδυκαρδία μπορεί επίσης να σχετίζεται με άλλες παθήσεις, όπως ο υποθυρεοειδισμός, ορισμένες νευρολογικές διαταραχές ή η χρήση συγκεκριμένων φαρμάκων, ιδιαίτερα εκείνων που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της υπέρτασης ή των αρρυθμιών.

Ποια συμπτώματα μπορεί να προκαλέσει;

Σε πολλές περιπτώσεις η βραδυκαρδία δεν προκαλεί καθόλου συμπτώματα και εντοπίζεται τυχαία σε έναν προληπτικό έλεγχο. Όταν όμως ο καρδιακός ρυθμός είναι πολύ χαμηλός, μπορεί να επηρεάσει την παροχή αίματος στον εγκέφαλο και στα υπόλοιπα όργανα.

Οι ασθενείς μπορεί να εμφανίσουν κόπωση, ζάλη ή αίσθημα αδυναμίας. Σε ορισμένες περιπτώσεις εμφανίζονται επεισόδια λιποθυμίας ή προλιποθυμικής τάσης, ιδιαίτερα όταν η καρδιά δεν καταφέρνει να διατηρήσει επαρκή κυκλοφορία αίματος.

Η δύσπνοια κατά την άσκηση, η μειωμένη αντοχή ή η αίσθηση ότι η καρδιά χτυπά πολύ αργά αποτελούν επίσης συμπτώματα που μπορεί να σχετίζονται με βραδυκαρδία. Σε πιο σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να εμφανιστεί σύγχυση ή έντονη αδυναμία, ιδίως στους ηλικιωμένους ασθενείς.

Πώς γίνεται η διάγνωση;

Η διάγνωση της βραδυκαρδίας βασίζεται σε συνδυασμό κλινικής αξιολόγησης και εξειδικευμένων εξετάσεων. Το ηλεκτροκαρδιογράφημα αποτελεί την πρώτη εξέταση που μπορεί να αποκαλύψει τον χαμηλό καρδιακό ρυθμό και να δείξει πιθανές διαταραχές στην αγωγή των ηλεκτρικών σημάτων.

Ωστόσο, επειδή η βραδυκαρδία μπορεί να εμφανίζεται περιστασιακά, συχνά χρησιμοποιείται η καταγραφή Holter ρυθμού 24 ωρών. Η εξέταση αυτή καταγράφει συνεχώς την ηλεκτρική δραστηριότητα της καρδιάς κατά τη διάρκεια της καθημερινότητας του ασθενούς και βοηθά στον εντοπισμό επεισοδίων που δεν εμφανίζονται σε ένα απλό καρδιογράφημα.

Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να χρειαστούν επιπλέον εξετάσεις, όπως υπερηχογράφημα καρδιάς για την αξιολόγηση της δομής και της λειτουργίας της καρδιάς, καθώς και αιματολογικός έλεγχος για την αναζήτηση ορμονικών ή μεταβολικών διαταραχών.

Πότε χρειάζεται θεραπεία;

Η θεραπεία της βραδυκαρδίας εξαρτάται από την αιτία και την παρουσία συμπτωμάτων. Όταν ο χαμηλός καρδιακός ρυθμός είναι φυσιολογικός και δεν προκαλεί προβλήματα, συνήθως δεν απαιτείται καμία παρέμβαση.

Όταν όμως η βραδυκαρδία προκαλεί συμπτώματα ή σχετίζεται με διαταραχή του ηλεκτρικού συστήματος της καρδιάς, μπορεί να χρειαστεί θεραπευτική αντιμετώπιση. Σε ορισμένες περιπτώσεις η προσαρμογή της φαρμακευτικής αγωγής ή η αντιμετώπιση της υποκείμενης πάθησης είναι αρκετή για να αποκατασταθεί ο φυσιολογικός καρδιακός ρυθμός.

Σε πιο σοβαρές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν υπάρχει σημαντική δυσλειτουργία του φλεβοκόμβου ή προχωρημένος κολποκοιλιακός αποκλεισμός, μπορεί να χρειαστεί εμφύτευση βηματοδότη. Ο βηματοδότης είναι μια μικρή συσκευή που τοποθετείται κάτω από το δέρμα και ρυθμίζει τον καρδιακό ρυθμό όταν αυτός πέφτει κάτω από ένα ασφαλές επίπεδο.

Η βραδυκαρδία είναι μια κατάσταση που μπορεί να είναι είτε φυσιολογική είτε παθολογική, ανάλογα με τα αίτια και τα συμπτώματα που τη συνοδεύουν. Σε άτομα με καλή φυσική κατάσταση ή κατά τη διάρκεια του ύπνου μπορεί να αποτελεί απλώς μια φυσιολογική προσαρμογή του οργανισμού. Όταν όμως συνοδεύεται από συμπτώματα όπως ζάλη, κόπωση ή λιποθυμία, απαιτείται καρδιολογική αξιολόγηση.

Η έγκαιρη διάγνωση και η σωστή εκτίμηση της βραδυκαρδίας επιτρέπουν την κατάλληλη αντιμετώπιση και την πρόληψη πιθανών επιπλοκών. Για τον λόγο αυτό, κάθε επίμονος ή ανεξήγητος χαμηλός καρδιακός ρυθμός πρέπει να αξιολογείται από καρδιολόγο, ώστε να διασφαλιστεί η σωστή λειτουργία της καρδιάς και η διατήρηση της καρδιαγγειακής υγείας.

Γράφει ο Δημήτριος Βραχάτης, Επεμβατικός Καρδιολόγος – Αρρυθμιολόγος, Διδάκτωρ Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.