ΑΡΤΗΡΙΑΚΗ ΥΠΕΡΤΑΣΗ

ΑΡΤΗΡΙΑΚΗ ΥΠΕΡΤΑΣΗ

Η καρδιά αποτελεί μία αντλία η οποία αναλαμβάνει να συλλέγει το μη οξυγονωμένο αίμα, να το προωθεί στους πνεύμονες προς οξυγόνωση και ακολούθως να το προωθεί στη συστηματική (αρτηριακή) κυκλοφορία. Ωστόσο, οι αρτηρίες δεν αποτελούν στατικούς αγωγούς μέσα στους οποίους ρέει το αίμα. Αντίθετα, ρυθμίζονται δυναμικά με σκοπό την διατήρηση μίας κατά το δυνατόν σταθερής και ομαλής ροής στους τελικούς κλάδους των αρτηριών. Αρτηριακή πίεση είναι η πίεση που ασκεί το αίμα στο τοίχωμα των αρτηριών καθώς ρέει δια μέσω αυτών (φυσιολογικό όριο για υγιείς ενήλικες 120/80 mmHg).

Όσο υψηλότερη είναι η αρτηριακή πίεση τόσο μεγαλύτερο έργο πρέπει να καταβάλει η καρδιά ώστε να επιτύχει ροή αίματος ικανή να εκπληρώσει τις ανάγκες του οργανισμού. Επιπλέον η υψηλή αρτηριακή πίεση επιταχύνει τη γήρανση των αγγείων του οργανισμού, τη μείωση δηλαδή των ελαστικών ιδιοτήτων τους που καλείται αθηροσκλήρυνση ή αρτηριοσκλήρωση. Ένα εύληπτο μηχανικό ανάλογο της αρνητικής επίδρασης της αυξημένης πίεσης στα αγγεία είναι η φθορά που προκαλεί η συνεχής πορεία σε κακοτράχαλο χωματόδρομο στα ελαστικά ενός αυτοκινήτου σε σύγκριση με την κίνηση σε έναν σύγχρονο αυτοκινητόδρομο.

Η παροδική αύξηση της πίεσης, εντός ορισμένων ορίων, αποτελεί μία φυσιολογική ανταπόκριση του οργανισμού σε διάφορες καταστάσεις όπως είναι η σωματική άσκηση ή το stress. Αντίθετα υψηλά επίπεδα αρτηριακής πίεσης (>140/90 mmHg) για μεγάλα διαστήματα συνδέονται με αυξημένη πιθανότητα για δυσμενή συμβάματα (έμφραγμα, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, νεφρική ανεπάρκεια κ.α.) και θάνατο. Αυτή η κατάσταση περιγράφεται ως αρτηριακή υπέρταση και αποτελεί μία από τις πρώτες αιτίες θανάτου στο δυτικό κόσμο. Ευτυχώς, σήμερα διαθέτουμε τα μέσα να την διαγνώσουμε έγκαιρα. Μάλιστα, με κατάλληλες υγιεινοδιαιτητικές παρεμβάσεις ή/και φαρμακευτική αγωγή μπορούμε να επαναφέρουμε την αρτηριακή πίεση σε αποδεκτά επίπεδα.

Η διάγνωση αρτηριακής υπέρτασης τίθεται είτε με μέτρηση της σε συγκεκριμένες συνθήκες στο ιατρείο σε δύο διαφορετικές συνεδρίες, ή με μία οποιαδήποτε καταγραφή εξαιρετικά ακραίων επιπέδων αρτηριακής πίεσης, ή μέσω παρατεταμένων καταγραφών (24ωρη καταγραφή αρτηριακής πίεσης με ειδική συσκευή – «Holter» ή κατ’οίκον μέτρηση από τον ασθενή και καταγραφή των τιμών σε ημερολόγιο).  Σε αντίθεση με την διαδομένη πεποίθηση στην κοινότητα, η υπέρταση δεν συνδέεται με συγκεκριμένη συμπτωματολογία (όπως π.χ. πονοκέφαλο ή ερυθρότητα προσώπου) πλην των περιπτώσεων που υπάρχει εκσεσημασμένη προσβολή οργάνων στόχων (π.χ. οξύ πνευμονικό οίδημα, υπερτασική εγκεφαλοπάθεια). Για τον λόγο αυτό έχει χαρακτηριστεί και ως σιωπηλός δολοφόνος (silent killer).

Το πρώτο βήμα όταν οι τιμές αρτηριακής πίεσης δεν είναι οι επιθυμητές είναι να παρέμβουμε υγιεινοδιαιτητικά: άμεση και οριστική διακοπή καπνίσματος, βελτίωση διατροφής – περιορισμός πρόσληψης άλατος (<5 gr/ημέρα), απώλεια βάρους, σωματική άσκηση (ιδανικά αερόβιος άσκηση μέτριας ένταση για 30 λεπτά την ημέρα για 5-7 ημέρες / εβδομάδα), περιορισμός της κατανάλωσης αλκοόλ. Εφόσον αυτά τα μέτρα δεν αποδώσουν σε σύντομο διάστημα 3-6 μηνών, τότε ο ασθενής πρέπει να λάβει κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή. Σε περιπτώσεις που ο εκτιμώμενος κίνδυνος για δυσμενή συμβάματα είναι μεγάλος ή/και οι τιμές αρτηριακής πίεσης αρκετά υψηλές τότε μπορεί η φαρμακευτική αγωγή να ξεκινήσει άμεσα, με παράλληλη εφαρμογή των υγιεινοδιαιτητικών παρεμβάσεων.

Στην αντιμετώπιση της υπέρτασης είναι σημαντικό να κατανοήσει ο ασθενής ότι η επαναφορά της αρτηριακής πίεσης σε φυσιολογικά επίπεδα είναι ένας μαραθώνιος και όχι ένας αγώνας υψηλής ταχύτητας. Θα πρέπει να εφαρμόζονται πρώτα και κύρια οι μη φαρμακευτικές παρεμβάσεις και παράλληλα με αυτές τις φαρμακευτικές – βάσει των οδηγιών του καρδιολόγου. Η χορήγηση της αγωγής συχνά είναι εφόρου ζωής και προστατεύει από τη χρόνια και συνεχή φθορά το σύνολο του καρδιαγγειακού συστήματος. Μεμονωμένες τιμές υψηλής πίεσης μπορεί να παρατηρηθούν υπό συνθήκες ωστόσο δε πρέπει να προκαλούν ανησυχία. Στον αντίποδα, η ανάγκη για μακρά θεραπεία δεν πρέπει να οδηγήσει σε αδράνεια.