ΣΤΕΦΑΝΙΑΙΑ ΝΟΣΟΣ

ΣΤΕΦΑΝΙΑΙΑ ΝΟΣΟΣ Η καρδιά αποτελεί την αντλία που αναλαμβάνει να διακινεί το αίμα προς και από τη συστηματική κυκλοφορία. Η αιμάτωση του ίδιου του μυοκαρδίου πραγματοποιείται διαμέσω των στεφανιαίων αρτηριών. Το στεφανιαίο αρτηριακό δίκτυο αποτελείται από την αριστερή και τη δεξιά στεφανιαία αρτηρία. Η αριστερή στεφανιαία αρτηρία αιματώνει το μεγαλύτερο τμήμα του καρδιακού μυός. Το αρχικό της τμήμα ονομάζεται στέλεχος και μετά από λίγο χορηγεί δύο μεγάλους κλάδους, τον πρόσθιο κατιόντα και την περισπώμενη αρτηρία. Σε περίπου 15-30% των ατόμων χορηγεί και τρίτο κλάδο που ονομάζεται διάμεσος. Όταν η αιματική ροή διαμέσω των αγγείων δεν είναι αρκετή ώστε να ικανοποιήσει τις ανάγκες του μυοκαρδίου σε οξυγόνο τότε έχουμε μία κατάσταση που ονομάζεται ισχαιμία. Ισχαιμία μπορεί να προκληθεί είτε λόγω μειωμένης παροχής αίματος είτε λόγω αυξημένων αναγκών από το μυοκάρδιο, είτε από συνδυασμό. Η μείωση της επιφάνειας του αυλού μιας στεφανιαίας αρτηρίας είναι συνήθως αποτέλεσμα σχηματισμού και μεγέθυνσης αθηρωματικής πλάκας. Στεφανιαία νόσος είναι η ανάπτυξη αθηρωματικών πλακών στο τοίχωμα των αγγείων. Προδιαθεσικοί παράγοντες για στεφανιαίας νόσου είναι η αρτηριακή υπέρταση, ο σακχαρώδης διαβήτης, η δυσλιπιδαιμία,  το κάπνισμα, η παχυσαρκία, το οικογενειακό ιστορικό (εκδήλωση στεφανιαίας νόσο στον πατέρα σε ηλικία μικρότερη των 55 ετών και στη μητέρα σε ηλικία μικρότερη των 65 ετών) και η καθιστική ζωή. Η διαδικασία ανάπτυξης στεφανιαίας νόσου είναι συνήθως σταδιακή και το μυοκάρδιο προσαρμόζεται στη μειωμένη παροχή οξυγονωμένου αίματος. Έτσι ο ασθενής παρουσιάζει συμπτώματα (πόνο στο στήθος – στηθάγχη) μόνον όταν οι ανάγκες του μυοκαρδίου σε οξυγόνο για κάποιον λόγο αυξηθούν, π.χ. σωματική άσκηση, επί εδάφους μιας αθηρωματικής πλάκας που περιορίζει σημαντικά τον αυλό. Η κατάσταση αυτή περιγραφόταν παλαιότερα ως σταθερή στηθάγχη, σήμερα κατατάσσεται στα χρόνια στεφανιαία σύνδρομα. Η αποκατάσταση της στένωσης (καλείται επαναγγείωση) στις περιπτώσεις σταθερής στηθάγχης γίνεται με σκοπό την ανακούφιση του ασθενούς από τα συμπτώματα. Ωστόσο, στις περιπτώσεις εκείνες που η βλάβη ή ο συνδυασμός των βλαβών θέτουν σε κίνδυνο μεγάλο ποσοστό του μυοκαρδίου, τότε η αποκατάσταση της στένωσης αποσκοπεί επιπλέον στην αύξηση του προσδόκιμου, δηλαδή των χρόνων ζωής. Υπό συγκεκριμένες συνθήκες μία αθηρωματική πλάκα μπορεί να προκαλέσει ένα οξύ στεφανιαίο σύνδρομο (ασταθή στηθάχη ή οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου). Ποιες είναι ακριβώς αυτές οι συνθήκες και ποιες πλάκες (υπόθεση της ευάλωτης πλάκας) είναι αυτές που είναι πιο πιθανό να προκαλέσουν οξύ στεφανιαίο επεισόδιο αποτελεί αντικείμενο μακροχρόνιας βασικής και κλινικής έρευνας. Σήμερα γνωρίζουμε ότι πλάκες με λεπτή ινώδη κάψα, μεγάλο λιπώδη πυρήνα, έντονη φλεγμονώδη δραστηριότητα και νεοαγγείωση είναι πιο επιρρεπείς σε δυσμενή συμβάματα. Στην περίπτωση του οξέος εμφράγματος στην αθηρωματική πλάκα (η οποία έχει υποστεί ρήξη ή διάβρωση) προσελκύονται και συγκολλούνται αιμοπετάλια που μαζί με άλλα στοιχεία δημιουργούν θρόμβο ο οποίος αποφράσσει μερικώς ή πλήρως την κυκλοφορία του αίματος. Σε αυτή την περίπτωση η επαναγγείωση, η αποκατάσταση δηλαδή της κυκλοφορίας του αίματος, πρέπει να γίνει σε επείγουσα βάση και όσο το δυνατόν ταχύτερα από την εισβολή του επεισοδίου. Αν η αποκατάσταση συμβεί έγκαιρα, ειδικά εντός των πρώτων 2-3 ωρών, τότε το τελικό αρνητικό αποτέλεσμα μπορεί να είναι μηδαμινό για την λειτουργικότητα της καρδιάς. Αν όμως καθυστερήσει, τότε η τελευταία μπορεί να επηρεαστεί σημαντικά και τελικά ο ασθενής να αναπτύξει καρδιακή ανεπάρκεια.